Μουλάρι

Οι ντόπιοι μικροπωλητές μας κάποτε… (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΟ δικτάτορας Μεταξάς στις 4 Αυγούστου κατάργησε τη δημοκρατία αναστέλλοντας ορισμένα άρθρα του συντάγματος της βασιλευομένης δημοκρατίας του ελληνικού κράτους. Στην περιοχή μας απαγόρεψε να μιλιέται η μητρική ντοπιολαλιά μας που την ονόμαζαν σλαβοφανές βουλγαρικό ιδίωμα ή μόρφωμα ενώ εμείς τη λέγαμε μακεδονική γλώσσα.

Ο μπάρμπα-Μήτες και ο μπάρμπα-Κίτσες, ο καθένας στο χωριό του, φόρτωσαν τα γαϊδουράκια τους, ο ένας με κάστανα και ο άλλος με δαμάσκηνα και πήγαν στα χωριά να τα πουλήσουν. Η αγορά γινόταν με ανταλλαγή προϊόντων. Στο χωριό μας συνήθως ζητούσαν φασόλια για να μας δώσουν κάστανα, κεράσια και ότι εμείς δεν καλλιεργούσαμε.

Υπήρχε στο χωριό ένας σταθμός χωροφυλακής κι απανωτές ήταν οι εγκύκλιοι που μας θύμιζαν ξανά και ξανά ότι η μητρική μας γλώσσα είχε απαγορευτεί ενώ οι υποδείξεις για την εφαρμογή των διατάξεων ήταν αυστηρές. Πρώτος μπήκε στο χωριό ο μπάρμπα-Μήτες κι άρχισε να διαλαλεί τη πραμάτεια του. «Μαγκαρέσκι σλίβι…» φώναζε δηλαδή γαϊδουρινά δαμάσκηνα…

Τον άκουσε ο χωροφύλακας, πήγε κοντά του κι αφού είδε τι πουλούσε, τον ρώτησε αυστηρά δίνοντας του ένα μπάτσο: – Γιατί μιλάς βουλγάρικα και δεν τα λες ελληνικά; Πότε επιτέλους θα το χωνέψετε ότι εδώ είναι Ελλάδα…; 

Διάβασε περισσότερα…

Μουλάρι

Εδώ δεν έφτασε η Επανάσταση… (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - Σημείωμα«Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών – Τουρκία Τούρκων Μωαμεθανών»

Ο μπάρμπα-Τάσος γύρισε σπίτι-σπίτι όλο το χωριό για να ειδοποιήσει τους κατοίκους ότι θα’ρχότανε ο στρατός για να υιοθετήσει το χωριό. «Ευκαιρία να κάνουν κάτι για το χωριό μας. Σε αυτούς δεν θα έχει ‘θα και θα’ και ‘παίξε γέλασε’. Αποφασίζουμε και διατάζουμε, κι όποιος δεν συμμορφώνεται θα πηγαίνει για πολύμηνες διακοπές στα ξερονήσια…», έλεγε ο μπάρμπα-Τάσος που εκτός των άλλων ήταν και πρόεδρος του χωριού.

«Γι’αυτό όλοι να σκεφτούμε τι χρειαζόμαστε εδώ στο χωριό μας και να το ζητήσουμε… και είμαι σίγουρος ότι θα το κάνουν.», έλεγε.

Ντύθηκαν οι κοπέλες του χωριού με τις τοπικές στολές, τα αγόρια με φουστανέλες, έμαθαν τσάμικο και καλαματιανό και περίμεναν.

Έτρεξε ο μπάρμπα-Τάσος να βρει αρνιά, αγγάρεψε τους κατοίκους να σφάξουν, να γδάρουν, να βρουν κέδρα για τη φωτιά για να είναι μυρωδάτο το κρέας, να ετοιμάσουν σούβλες, να σκάψουν λάκκους για το ψήσιμο, να φορέσουν τα καλά τους και να περιμένουν στην είσοδο του χωριού για να υποδεχτούν τους σωτήρες του έθνους και να τους χειροκροτήσουν…

Διάβασε περισσότερα…

Χριστιανικός ναός

Ο γέρο-Ντίλες πέθανε… (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - Σημείωμα«…του κάθε ανθρώπου ο θάνατος εμένα με λιγοστεύει γιατί εγώ είμαι δεμενος με την ανθρωπότητα. Γι’αυτό ποτέ μη στείλεις να σου πουν για ποιόν χτυπά η καμπάνα, για σένα χτυπά…» -ΤΖΟΝ ΝΤΟΝ

Χτύπησε πένθιμα η καμπάνα της εκκλησίας του χωριού και αναρωτήθηκαν οι χωριανοί ποιός να είναι ο «τυχερός»… Ήταν κάποιος νέος έτοιμος ν’αρπάξει τη ζωή, να δημιουργήσει ή κάποιος γέροντας πολύχρονος και ανήμπορος; Ήταν άραγε κοπέλα έτοιμη χαρα να δώσει με παιδιά ή κάποια γιαγιά χτυπημένη από αρρώστιες που ο θάνατος τη λύτρωσε; Το νέο διαδόθηκε γρήγορα… Ο γέρο-Ντίλες πέθανε.

Η είδηση έφτασε μέχρι και το τελευταίο σπίτι του χωριού. Είχε ξεπεράσει τα ογδόντα και είχε ζήσει τη ζωή του. «Μακάρι να φτάσουμε κι εμείς στα χρονια του…», είπαν κάποιοι. Το παράξενο με τον γέροΝτίλε όμως ήταν ότι πέθαινε για δεύτερη φορά. Σαν τον Λάζαρο, τον φίλο του Χριστού. Ο γέρο-Ντίλες ήταν παπά-εγγόνι και ο παππούς το ο παπά-Βασίλης του είχε ιδιαίτερη αδυναμία. Ήταν το χαϊδεμένο του εγγόνι, τον είχε πάντα δίπλα του και του μετέδωσε την αγάπη και την καλοσύνη για το συνάνθρωπο και την κοινωνία. Του γέρο-Ντίλε του άρεσε το κάπνισμα και δε το στερήθηκε όσο ζούσε.

Διάβασε περισσότερα…

χωριό

Θα μπορούσα να επιλέξω τη ζωή σε ένα χωριό; (της Μαρίας Σκαμπαρδώνη)

Πολλές φορές, αναρωτιόμουν και έθετα αυτό το δίλημμα στον εαυτό μου: Άραγε θα μπορούσα ποτέ να ζήσω μόνιμα σε ένα χωριό και να εγκαταλείψω την πόλη; Μία απόφαση δύσκολη που απαιτεί μεγάλη ωριμότητα και σκέψη, καθώς έχει τόσο αρνητικές όσο και θετικές συνέπειες.

Ξεκινώντας από τα θετικά, θα μπορούσα να αναφέρω ως κύριο επιχείρημα ότι η ένα χωριό σου δίνει τη δυνατότητα να ζήσεις κοντά στη φύση. Και αυτό είναι ένα δώρο για την υγεία και τη ζωή μας, να δίνεις τη δυνατότητα στους πνεύμονές σου να αναπνέουν καθαρό αέρα. Ζώντας σε μία πόλη με αγχώδη τρόπο ζωή, αναπνέοντας καθημερινά το καυσαέριο και βιώνοντας το τραγικό γεγονός της μόλυνσης του περιβάλλοντος, η ζωή σε ένα χωριό μας δίνει τη δυνατότητα να αισθανθούμε ελεύθεροι άνθρωποι από τη βρωμιά και τη μόλυνση που έχουν κατακυριεύσει τον σύγχρονο τρόπο ζωής.

Διάβασε περισσότερα…

Αγελάδα σε στάβλο

Αφού επιμένεις, τηγάνισε μου τρία αβγά… (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΑν δεν υπάρχει χαζός σ’ένα χωριό οι χωρικοί φροντίζουν και φτιάχνουν χαζό... ΦΘΑΡΜΕΝΗ ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΟΙΜΙΑ

Καλό παιδί ο Τάσκος. Ορεινός τύπος και με ωραίο παράστημα. Ήταν όμως αγαθός και οι συγχωριανοί ισχυρίζονταν ότι δεν του «κόβει». Κρίμα σε αυτό το ωραίο κεφάλι να μην υπάρχει δράμι μυαλό. Η μόνη δουλειά που μπορούσε να κάνει ήταν να βόσκει ζωντανά και έτσι τώρα τελευταία ήταν ο αγελαδάρης του χωριού. Νάτος μια μέρα στον καφενέ του χωριού. Μόλις τον είδαν οι θαμώνες, τον καλημέρισαν και τον κάλεσαν κοντά τους για να διασκεδάσουν μαζί του και να του κάνουν καμιά πλάκα.

– Πως από εδώ Τάσκο; Τι τα΄κανες τα γελάδια; Ρώτησε ενας θαμώνας.
– Πήγε ο πατέρας μου σήμερα. Εμένα με πονάει το μάτι και περιμένω να’ρθει ο γιατρός. Σήμερα δεν έρχεται στο χωριό μας; Είπε ο Τάσκος…
– Το δεξί ή το αριστερό σε πονάει; Τον ρώτησε επίτηδες κάποιος της παρέας, γιατί ήξερε ότι ο Τάσκος δεν γνώριζε ποιό είναι το δεξί και ποιό το αριστερό.
– Να αυτό, είπε ο Τάσκος και έβαλε το ένα χέρι του πάνω στο πονεμένο μάτι.

Διάβασε περισσότερα…

Ποδόσφαιρο

Τι «έχασε» το ποδόσφαιρο (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - Σημείωμα«Σε εκτέλεση φάουλ ο Γκρεγκ, έμπειρος τερματοφύλακας της Μάντσεστερ, υπέδειξε να μην κάνουν τείχος οι αμυντικοί, γιατί το φάουλ ήταν σε μεγάλη απόσταση κι όταν ο Εουσέμπιο της Μπενφίκα με σουτ βολίδα έστειλε τη μπάλα στα δίχτυα όλοι έμειναν με το στόμα ανοιχτό και ακίνητοι…» – ΑΘΗΝΑΪΚΟΣ ΤΥΠΟΣ

Αυτό διάβασα στον τύπο που είχε αφιέρωμα στο μεγάλο Πορτογάλο ποδοσφαιριστή επ’ευκαιρία του θανάτου του και θυμήθηκα τον εαυτό μου όταν ήθελα να παίζω μπάλα και νόμιζα κιόλας ότι ήξερα να παίζω και ότι ήμουν καλός. Και να’ταν μόνο αυτό το κακό; Ήμουν και αρχηγός της ομάδας του χωριού.

Από μικρός κυνηγούσα τη μπάλα στις αλάνες του χωριού και ποτέ δεν την έφτανα γιατί όλοι τους ήταν πιο γρήγοροι από μένα, ομως κάτι με τα σπρωξίματα μου, κάτι με τις φωνές μου, κατάφερνα κι έβαζα γκολ αν και πάντα ήταν από θέση οφσάιντ. Δεν ήμουν όμως μόνο αρχηγός της ομάδας αλλά και προπονητής, μόνο που την προπόνηση την έκανα λίγο πριν το ματς, τους κούραζα κι έτσι πάντα χάναμε.

Μπορεί να μην κερδίζαμε αλλά η ομάδα είχε και ηθικό και φιλοδοξίες… Κάποτε συνειδητοποίησα ότι δεν μπορούσα να ντριμπλάρω, αφού δεν μπορούσα να περάσω κανέναν κι όλοι μου κλέβανε τη μπάλα. Όταν προσπαθούσα να αντιμετωπίσω κάποιον επιθετικό της αντίπαλης ομάδας, αυτός πολύ άνετα με προσπερνούσε.

Διάβασε περισσότερα…

Μουλάρι

«Να καίρεσαι να πετάνεις…» (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΗ εμφάνισή του θύμιζε παλαιστή ελληνορωμαϊκής πάλης και η φωνή του έμοιαζε με εκείνη του τσομπάνη που μαζεύει συνέχεια τα γιδοπρόβατά του που έχουν σκορπίσει. Η προφορά του αρκετά παράξενη, έως «μακεδονική». Το λάμδα παχύ και του ήταν αδύνατο να προφέρει σωστά το δέλτα, το έλεγε «ντ», το χι «κ», το γάμα «γκ», το θήτα «τ» και το ψι «πσ». Αυτή ήταν η εικόνα του Λάνκα από τον Πάνω Μαχαλά της Αχλάδας.

Ένας ωραίος τύπος χωρικού, γνήσιος και συμπαθής και φτιαγμένος από ανεπεξέργαστο, καλό μέταλλο. Φώναζε, ιδιαίτερα όταν έπαιζε ξερί ή κολτσίνα στα καφενεία, και προτιμούσε τα καφενεία του Κάτω Μαχαλά. Χαρακτηριστική ήταν η φράση που εκστόμισε με τον Ρήγα, παλιό χωροφύλακα, μετά αγροφύλακα, κατόπιν αγελαδάρη, και μετά μετανάστη, που παντρεύτηκε στο χωριό του Λάνκα: «Τα πουλήσω ένα τσουβάλι πατάτες και τα σε παίζω όλη τη νύκτα, γιατί έτσι με αρέζει…”

Όταν χόρευε ο Λάνκας, προτιμούσε την πουστσένα. Έσκαβε με το πόδι του το χώμα σαν τον θυμωμένο ταύρο και πρόσταζε συνέχεια τον κλαριντζή να παίζει, λέγοντάς του: «Βάρα, βάρα…» Κάποτε οι συγχωριανοί του τον εκλέξανε στο κοινοτικό συμβούλιο κι αυτό τον ψήφισε πρόεδρο της κοινότητας για μια διετία (τότε το κοινοτικό συμβούλιο έβγαζε τον πρόεδρο).

Διάβασε περισσότερα…

πρόβατα

Το ανταρτόπουλο ο μικρός βοσκός (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - Σημείωμα«Θα φύγετε είτε θέλετε είτε δε θέλετε απ’το χωριό σας για να πάψετε να τροφοδοτείτε τους συμμορίτες κομμουνιστές τόσο σε τρόφιμα όσο και σε ανθρώπινο δυναμικό. Έχουμε φροντίσει να σας φιλοξενήσουν στη Μελίτη, ξεχάστε τη Σέτινα. Θα σας προστατέψουμε από τους κατσαπλιάδες κι όταν ξεκουμπιστούν θα επιστρέψετε…»

Αυτά είπε ένας αξιωματικός σε μερικούς γέροντες που είχαν μαζευτεί στο πηγάδι, αφού εκεί ήταν το κέντρο του χωριού. Οι στρατιώτες είχαν σκορπιστεί σ’ολο το χωριό μήπως ξετρυπώσουν κάποιον αντάρτη και να φροντίσουν με τη βοήθεια των μάυδων (ΜΑΥ: Μονάδες Αμύνης Υπάιθρου), όπως αποκαλούσαν τους ένοπλους πολίτες, μήπως μέσα στα σπίτια του χωριού βρουν κάποια ανήμπορα ηλικιωμένα άτομα μιας και όλο το χωριό είχε περάσει τα σύνορα και οι κάτοικοι βρέθηκαν εμιγκρέδες στη Γιουγκοσλαβία και οι περισσότεροι δεν ξαναγύρισαν.

Οι μάυδες έμπαιναν στα σπίτια και άρπαζαν ότι τους ενδιέφερε, ενώ οι στρατιώτες φρόντιζαν να εκκενωθεί το κάθε σπίτι. Νά’σου και κατηφόριζε προς το χωριό ένας δεκαπεντάχρονος τσομπανάκος, ο Πέτρος. Οδηγούσε ένα κοπάδι από εκατό περίπου πρόβατα. Στην είσοδο του χωριού ο στρατός είχε βάλει φωτιά σ’ένα σπίτι, γιατί ήταν έδρα των ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού και τα πρόβατα μπρος στη φωτιά δεν προχωρούσαν.

Διάβασε περισσότερα…

χωριό - καφενείο

Η υποδοχή του βουλευτή (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΦιλήσυχος γεωργός και καλός νοικοκύρης ήταν ο μπάρμπα-Βάνες. Κρατούσε γερά τ’αλέτρι κι όσο το κρατούσε ένιωθε ασφάλεια. Ήταν ερωτευμένος με τη γη κι όταν την καλλιεργούσε το έκανε με τέτοια λεπτότητα και προσοχή σαν να ήταν ερωμένη του. Δεν όργωνε, ούτε σκάλιζε τη γη, παρά τη «χάιδευε» κι αυτή πάντα ανταποκρινόταν με τη σοδειά που του έδινε.

Τον βρήκε η Κατοχή των Γερμανών στο χωριό κι αυτός δεν άλλαξε τη καθημερινή του ζωή, ούτε τη συμπεριφορά του. Οι Βούλγαροι, σύμμαχοι τότε με τους Γερμανούς, ήταν οι κατακτητές. Αυτούς έβλεπε καθημερινά καθώς πήγαινε στη δουλειά του. Τους χαιρετούσε, τον αντιχαιρετούσαν κι ας τον χαράτσωναν κάθε τόσο παίρνοντας από το κοπάδι του ζωντανά.

Αυτές τις χαιρετούρες και την ανοχή του να του αφαιρούν ζώα από το βιός του, τα πλήρωσε ακριβά γιατί δικάστηκε και καταδικάστηκε ως δοσίλογος, σε δώδεκα χρόνια φυλάκιση και δήμευση της περιουσίας του. Η δίκη του έγινε μετά την απελευθέρωση από τους κατακτητές και πήγε σε διάφορες φυλακές.

Διάβασε περισσότερα…

Σέτινα ή Τσέτινα; (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΟ γερό-Γιώργης έστριψε τον αρειμάνιο μύστακα του, ακούμπησε και τα δυο του χέρια στη χειροποίητη μαγκούρα του, ύψωσε το βλέμμα του, πήρε ύφος που πρόδιδε πως θα’λεγε κάτι σπουδαίο, καθάρισε τη φωνή του κι άρχισε τη διήγηση… Εμείς, το ακροατήριο, με αγωνία και περιέργεια στήσαμε αυτί, ανακαθήσαμε στην καρέκλα μας κι αρχίσαμε να ακούμε:

«Όσα θα ακούσετε δεν τα έζησα, τα άκουσα όμως κι όχι μόνο από έναν αλλά από αρκετούς. Όπως καλή ώρα τώρα εγώ, έτσι πριν από εβδομήντα χρόνια ένας παππούς άρχισε κάτι να λέει σε εμένα κι εγώ, όπως εσείς τώρα, τον άκουσα κι εντυπωσιάστηκα τόσο πολύ από τα λεγόμενα του που αποτυπώθηκαν στη μνήμη μου και αυτά θα προσπαθήσω να επαναλάβω. Μου προκάλεσαν τόσο μεγάλη εντύπωση όσα μου είχε πει, τα θεώρησα τόσο πολύ σπουδαία ώστε κάθε φορά που βρίσκομαι με νέους σαν κι εσάς, τα επαναλαμβάνω ώστε να τους τα μεταδώσω και να τα πουν κι αυτοί. Είναι η ιστορία μας και πρέπει να τη ξέρουμε για να σωθεί…»

«Η Σέτινα κάποτε ήταν μεγάλη. Ξεκινούσε από το κάστρο του Σαμουήλ (Κάλε) κι έφτανε μέχρι το σημερινό χωριό μας. Υπήρχαν μαγαζιά, φαγάδικα, χάνια, εκκλησίες και πανδοχεία. Υπήρχε επίσκοπος Σέτινας, όλοι οι κάτοικοι ήταν πιστοί χριστιανοί και ποτέ δεν αμελούσαν τον εκκλησιασμό τους…»

Διάβασε περισσότερα…

Σπίτι στο χωριό

Ο πρωτοκλέφτης του χωριού μας (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΟ πατέρας του από νωρίς κατάλαβε ότι ήταν τεμπέλης. Του ‘δωσε μερικά χωράφια και τον χώρισε από τη φαμίλια αφού πρώτα τον πάντρεψε. Ο πατέρας του ήταν ένας από τους πρώτους προέδρους της κοινότητάς μας μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Ο κανακάρης του λεγόταν Ήλος και του αράδιασε εφτά εγγόνια. Η δουλειά δεν του πολυάρεσε, τα εφτά παιδιά του όμως έπρεπε να φάνε. Έτσι ο Ήλος βρήκε τη λύση που δεν ήταν άλλη από το να μπαίνει στα σπίτια την «κατάλληλη» ώρα και να ξαφρίζει τα νοικοκυριά.

Οι κουνιάδοι του ήταν καλοστεκούμενοι οικονομικά, είχαν καλό βιός, τόσο σε ζωντανά όσο και σε χωράφια, συγκριτικά βέβαια με τους υπόλοιπους κατοίκους του χωριού. Ο Ήλος πίεσε τα κουνιάδια του για μερίδιο στην περιουσία τους, που ανήκει στην αδελφή τους. Τα αδέλφια της δεν αρνήθηκαν και την έδωσαν το μερίδιο της, το οποίο το είχαν αγοράσει.

Η αδελφή τους βέβαια δεν έπαψε κάθε φορά που είχε δυσκολίες να καταφεύγει στα αδέλφια της, να καταριέται την τύχη της, να κατηγορεί τη μάνα της για τον άντρα που της διάλεξε, τον Ήλο. Έτσι ζητούσε βοήθεια για να «μη πεθάνουν τα παιδάκια της».

Διάβασε περισσότερα…

Ράγες τραίνου

Το Τραίνο (του Κώστα Δ. Ιωάννου)

Το βλέπαμε από τα λιβάδια μας, τα γκράτσκι λιβάδια, σαν φίδι να σέρνεται πέρα από τα Φλωρινιώτικα χωράφια, σφυρίζοντας να χάνεται πίσω από τις συστάδες των δένδρων, να ξαναεμφανίζεται πιο πάνω, να ξαναχάνεται και μετά να χώνεται μέσα στα πρώτα σπίτια της Φλώρινας, εκεί προς τσιφλίκι μεριά και προς τον Άη –Γιώργη… τσαφ-
τσουφ, τσαφ-τσουφ…ου ου…ου ου ου…

Από κοντά δεν είχα δει το τραίνο, μόνο το έβλεπα από μακριά και το άκουγα που σφύριζε. Κάποιες φορές το έβλεπα και από το βουνό, από τη μ’ζγκάλκα να διασχίζει τον καταπράσινο κάμπο της Φλώρινας, μαύρο, κατάμαυρο, αφήνοντας πίσω του μαύρο καπνό….

Διάβασε περισσότερα…