Καμινάδα

«Μαζέψτε τα ράμματα τώρα…» (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΗ Αχλάδα άδειασε κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο κι όταν αυτός έληξε, μερικοί Αχλαδιώτες που είχαν καταφύγει σε κοντινά χωριά επανήλθαν στο χωριό, ήταν όμως ελάχιστοι και η πολιτεία, για να πάρει ζωή το χωριό, έκρινε πως έπρεπε να δώσει σε ακτήμονες άλλων χωριών γεωργικό κλήρο από το κτήμα της Αχλάδας.

Τα χωράφια και τα σπίτια των φυγάδων είχαν δημευτεί κι ήταν πολλά. Έτσι ο γεωργικός κλήρος που δινόταν, συνοδευόταν και με έτοιμη κατοικία. Ένας από τους κληρούχους, ήταν ο μπάρμπα-Γιώργης από την Κέλλη που ήταν και μάστορας-οικοδόμος. Το σπίτι που του δώσανε μαζί με τον κλήρο ήταν στο Γιουρούκι, τον τρίτο και μικρότερο οικισμό της Αχλάδας.

Ο μπάρμπα-Γιώργης δεν άργησε να φτιάξει συνεργείο και να αναλαμβάνει το χτίσιμο σπιτιών, αχυρώνων και άλλων κτισμάτων. Παρόλο όμως που ήταν καλός μάστορας, φημιζόταν για τη μαεστρία του στο ψέμα και για την ελαφροχεριά του. Όταν κάποιος τον αποκάλυπτε, ο μπάρμπα-Γιώργης είχε μια αφοπλιστική δικαιολογία. Αν για παράδειγμα έκλεβε κάποιο γεωργικό εργαλείο και τον είχε δει κάποιος και τον μαρτυρούσε, η δικαιολογία του ήταν ότι το έκανε επίτηδες για να κάνει τον ιδιοκτήτη του εργαλείου νοικοκύρη, δηλαδή για να μην αφήνει εκτεθειμένα τα εργαλεία του και του τα κλέβουν.

Διάβασε περισσότερα…

Μουλάρι

Τι ψήφισες; (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΠροκηρύχθηκαν βουλευτικές εκλογές το 1926. Τότε ψήφιζαν μόνο οι άντρες και το μοναδικό εκλογικό τμήμα για τα τρία χωριά ήταν στη Βοστάρανη (Μελίτη). Οι Σετινιώτες θα έπρεπε να περπατήσουν εφτά χιλιόμετρα για να ψηφίσουν γι’αυτό χρησιμοποιήθηκαν ζώα μεταφοράς.

Οι εκλογές θα γίνονταν από την κυβέρνηση Κονδύλη με απλή αναλογική. Το εκλογικό σύστημα ενθάρρυνε την κάθοδο πολλών κομμάτων, όπως κι έγινε. Η προεκλογική εκστρατεία, οι υποσχέσεις, οι «δεκάρικοι» λόγοι δεν έλειπαν και τότε.

Στο νομό Φλώρινας, εκτός από τα χωριά των Ποντίων, δεν ήξεραν ελληνικά κι έτσι οι λόγοι και οι υποσχέσεις απευθύνονταν προς ώτα μη ακουόντων με αποτέλεσμα να μη λείπουν τα πολιτικά ευτράπελα.

Υπήρχε κάποιος βουλευτής που μιλούσε τη ντόπια διάλεκτο και τον συμβούλεψαν στα ντόπια χωριά να μιλάει στη λαλιά τους κι έτσι θα έπαιρνε την ψήφο τους. Σε κάποιο χωριό πέθανε ένας κάτοικος που επηρέαζε πολλούς στις εκλογές. Συμβούλεψαν λοι- πόν τον βουλευτή να εμφανιστεί ως φίλος του νεκρού στη κηδεία του και να εκφωνήσει επικήδειο λόγο.

Διάβασε περισσότερα…

κυνηγός με σκύλο

Οι λαθροθήρες και ο αγροφύλακας (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΤο χιόνι τα είχε σκεπάσει όλα εκείνο το Γενάρη του 1987 και οι κυνηγοί της Σέτινας έβραζαν στο ζουμί τους, αφού δεν μπορούσαν να κυνηγήσουν αφού απαγορευόταν το κυνήγι στο χιόνι. Στο μικρό καφενεδάκι του Τορμπάκη μετά από μια παρτίδα μπουρλότο, καθισμένοι γύρω από τη ξυλόσομπα λέγανε τον πόνο τους και κλαίγανε την τύχη τους.

– Ακούς εκεί να απαγορεύεται το κυνήγι όταν πέφτει χιόνι! Ακούστηκε να λέει κάποιος.
= Στο χιόνι τ’άγρια αφήνουν τα χνάρια τους και τον ντορό τους τον βλέπει και τυφλός, άσε που δεν μπορούν να φυλαχτούν τα φουκαριάρικα τρέχοντας στο χιόνι αφού βουλιάζουν… Ακούστηκε μια φωνή από ένα τραπέζι που κάθονταν τρεις.
– Είναι άδικο όμως για εμάς να μην μας αφήνουν να εκμεταλλευτούμε αυτή την ευκαιρία και να γεμίσουμε τον καταψύκτη με θηράματα… Είπε ένας τρίτος σχολιάζοντας την απαγόρευση του κυνηγιού.
– Εγώ λέω να πάμε μια βόλτα αύριο και να’χουμε τις καραμπίνες στις θήκες. Αν μας πιάσει το δασαρχείο θα πούμε ότι βγήκαμε μια βόλτα στα χιόνια και ότι τα όπλα τα πήραμε μήπως και μας επιτεθεί καμιά αγέλη λύκων.
– Και λες να σε πιστέψουν; Είπε ο αγροφύλακας του χωριού.

Διάβασε περισσότερα…

πρόβατα

Το ανταρτόπουλο ο μικρός βοσκός (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - Σημείωμα«Θα φύγετε είτε θέλετε είτε δε θέλετε απ’το χωριό σας για να πάψετε να τροφοδοτείτε τους συμμορίτες κομμουνιστές τόσο σε τρόφιμα όσο και σε ανθρώπινο δυναμικό. Έχουμε φροντίσει να σας φιλοξενήσουν στη Μελίτη, ξεχάστε τη Σέτινα. Θα σας προστατέψουμε από τους κατσαπλιάδες κι όταν ξεκουμπιστούν θα επιστρέψετε…»

Αυτά είπε ένας αξιωματικός σε μερικούς γέροντες που είχαν μαζευτεί στο πηγάδι, αφού εκεί ήταν το κέντρο του χωριού. Οι στρατιώτες είχαν σκορπιστεί σ’ολο το χωριό μήπως ξετρυπώσουν κάποιον αντάρτη και να φροντίσουν με τη βοήθεια των μάυδων (ΜΑΥ: Μονάδες Αμύνης Υπάιθρου), όπως αποκαλούσαν τους ένοπλους πολίτες, μήπως μέσα στα σπίτια του χωριού βρουν κάποια ανήμπορα ηλικιωμένα άτομα μιας και όλο το χωριό είχε περάσει τα σύνορα και οι κάτοικοι βρέθηκαν εμιγκρέδες στη Γιουγκοσλαβία και οι περισσότεροι δεν ξαναγύρισαν.

Οι μάυδες έμπαιναν στα σπίτια και άρπαζαν ότι τους ενδιέφερε, ενώ οι στρατιώτες φρόντιζαν να εκκενωθεί το κάθε σπίτι. Νά’σου και κατηφόριζε προς το χωριό ένας δεκαπεντάχρονος τσομπανάκος, ο Πέτρος. Οδηγούσε ένα κοπάδι από εκατό περίπου πρόβατα. Στην είσοδο του χωριού ο στρατός είχε βάλει φωτιά σ’ένα σπίτι, γιατί ήταν έδρα των ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού και τα πρόβατα μπρος στη φωτιά δεν προχωρούσαν.

Διάβασε περισσότερα…

Σέτινα ή Τσέτινα; (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΟ γερό-Γιώργης έστριψε τον αρειμάνιο μύστακα του, ακούμπησε και τα δυο του χέρια στη χειροποίητη μαγκούρα του, ύψωσε το βλέμμα του, πήρε ύφος που πρόδιδε πως θα’λεγε κάτι σπουδαίο, καθάρισε τη φωνή του κι άρχισε τη διήγηση… Εμείς, το ακροατήριο, με αγωνία και περιέργεια στήσαμε αυτί, ανακαθήσαμε στην καρέκλα μας κι αρχίσαμε να ακούμε:

«Όσα θα ακούσετε δεν τα έζησα, τα άκουσα όμως κι όχι μόνο από έναν αλλά από αρκετούς. Όπως καλή ώρα τώρα εγώ, έτσι πριν από εβδομήντα χρόνια ένας παππούς άρχισε κάτι να λέει σε εμένα κι εγώ, όπως εσείς τώρα, τον άκουσα κι εντυπωσιάστηκα τόσο πολύ από τα λεγόμενα του που αποτυπώθηκαν στη μνήμη μου και αυτά θα προσπαθήσω να επαναλάβω. Μου προκάλεσαν τόσο μεγάλη εντύπωση όσα μου είχε πει, τα θεώρησα τόσο πολύ σπουδαία ώστε κάθε φορά που βρίσκομαι με νέους σαν κι εσάς, τα επαναλαμβάνω ώστε να τους τα μεταδώσω και να τα πουν κι αυτοί. Είναι η ιστορία μας και πρέπει να τη ξέρουμε για να σωθεί…»

«Η Σέτινα κάποτε ήταν μεγάλη. Ξεκινούσε από το κάστρο του Σαμουήλ (Κάλε) κι έφτανε μέχρι το σημερινό χωριό μας. Υπήρχαν μαγαζιά, φαγάδικα, χάνια, εκκλησίες και πανδοχεία. Υπήρχε επίσκοπος Σέτινας, όλοι οι κάτοικοι ήταν πιστοί χριστιανοί και ποτέ δεν αμελούσαν τον εκκλησιασμό τους…»

Διάβασε περισσότερα…

Χριστιανικός ναός

Ο Άη-Νικόλας ο δικός μας (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΠερίπου δύο χιλιόμετρα ανατολικά του χωριού μας, έχουμε ένα μικρό εκκλησάκι σε μεγάλο χώρο, τον Άη-Νικόλα. Στο εκκλησάκι αυτό υπήρχε ένας ξενώνας με τσαρδάκι, δυο δωμάτια πάνω, ενώ στο ημιυπογειο υπήρχε στάβλος. Ο ξενώνας είχε χτιστεί στα πρότυπα ενός χανιού.

Οι ταξιδιώτες μπορούσαν να κοιμηθούν στον ξενώνα κι αν είχαν ζώα μπορούσαν να τα βάλουν στο στάβλο. Εκτός από τη «στέγη» που έβρισκε κάποιος στον Άη-Νικόλα, του προσφέρονταν κι ένα πιάτο φαγητό.

Αυτά υπήρχαν για πολλά χρόνια ενώ σήμερα τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά. Δεν υπάρχει για παράδειγμα άνθρωπος για να περιποιηθεί όσους καταλήγουν στον ξενώνα, έχει προστεθεί κι άλλος ξενώνας και έχει αλλάξει η περίφραξη.

Η εικόνα του Αγίου που βρίσκεται στην είσοδο, έχει τη χρονολογία 1871, πιθανή χρονολογία ανακαίνισης, γιατί τα υλικά και το χτίσιμο φανέρωναν ότι υπήρχε από πολύ παλιότερα. Στα τέλη του 19ου αιώνα υπήρχε μια κινητικότητα στα μέρη μας και πρέπει να σχετίζεται με την απόσχιση της Βουλγαρικής Εξαρχίας από το Πατριαρχείο της Κωσταντινούπολης.

Διάβασε περισσότερα…

Ο αχόρταγος και άσχημος βοσκός

Ο αχόρταγος και άσχημος βοσκός – Π.Βότσης

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΠριν από τον Εμφύλιο Πόλεμο ζούσε στο χωριό μας, τη Σετίνα (Σκοπός), όπως διηγούνται οι μεγαλύτερης ηλικίας συγχωριανοί μας, ένας συγχωριανός μας, που μεγάλωσε κι ανδρώθηκε στο βουνό βοσκώντας τα ζωντανά.

Από μικρή ηλικία βρισκόταν στο βουνό. Στην αρχή στο μπατζαριό φρόντιζε τα γουρούνια. Λίγο μεγαλύτερος, δηλαδή 10 με 13 φρόντιζε τα γέρικα και κουτσά πρόβατα και κατσίκια που δεν απομακρύνονται πολύ από το μαντρί ή την στρούγκα. Ακόμη πήγαινε μια φορά την εβδομάδα στο χωριό για να φέρει το ψωμί που ζυμωνόταν και ψηνόταν στο χωριό.

Μια φορά τον στείλανε στο χωριό να φέρει το ψωμί ως συνήθως. Εκείνη τη φορά οι γυναίκες είχαν φτιάξει και πίτες. Στείλανε και δυο πίτες για το μαντρί.

Ο ήρωας μας τότε είχε φτάσει στα δεκάξι κι όλο ψήλωνε. Βρισκόταν σε γρήγορο ρυθμό ανάπτυξης και η όρεξη του ήταν ακόρεστη, συνέχεια έτρωγε.

Διάβασε περισσότερα…