Άσσοι τράπουλας

Μαρτυρούσε τα χαρτιά του άλλου (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΤα καφενεία στα χωριά ήταν (και είναι) πολύ διαφορετικά στη λειτουργία τους από εκείνα των πόλεων. Το καφενείο στο χωριό ήταν ένας πολυλειτουργικός χώρος και η πελατεία του ήταν διαφορετική κατά τις διάφορες ώρες της ημέρας. Το πρωί για παράδειγμα πήγαιναν οι ηλικιωμένοι, οι συνταξιούχοι και οι χασομέρηδες, το μεσημέρι οι νοικοκυρές που θέλανε να ψωνίσουν κάτι (γιατί τα περισσότερα καφενεία ήταν και παντοπωλεία) και οι περαστικοί, ενώ το βράδυ πήγαιναν οι χαρτοπαίκτες που συνήθως κάθονταν μέχρι αργά τη νύχτα.

Μη φανταστείτε ότι παίζανε για χρήματα. Αυτός που κέρδιζε έπαιρνε ένα κέρασμα και το πλήρωνε αυτός που έχανε. Αυτή η «παράδοση” κρατάει μέχρι και σήμερα σε κάποια χωριά. Ο ιδιοκτήτης του καφενείου μπορούσε να κλείσει το καφενείο τα μεσάνυχτα και να εισπράξει από τους χαρτοπαίκτες τέσσερις έως έξι δραχμές.

Πολλοί ήταν οι χαρτοπαίκτες που δεν έβρισκαν άτομο που να ταιριάζουν για να παίξουν καρέ (τετράδα) π.χ. γιατί δεν είχε έρθει στο καφενείο κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο με το οποίο είχαν παίξει πολλά παιχνίδια. Ανάμεσα στους χαρτοπαίκτες είχαν βέβαια δημιουργηθεί «βεντέτες” ενώ σε κάποιους άρεζε να κάθονται και να παρακολουθούν άλλους να παίζουν.

Διάβασε περισσότερα

Καμινάδα

«Μαζέψτε τα ράμματα τώρα…” (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΗ Αχλάδα άδειασε κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο κι όταν αυτός έληξε, μερικοί Αχλαδιώτες που είχαν καταφύγει σε κοντινά χωριά επανήλθαν στο χωριό, ήταν όμως ελάχιστοι και η πολιτεία, για να πάρει ζωή το χωριό, έκρινε πως έπρεπε να δώσει σε ακτήμονες άλλων χωριών γεωργικό κλήρο από το κτήμα της Αχλάδας.

Τα χωράφια και τα σπίτια των φυγάδων είχαν δημευτεί κι ήταν πολλά. Έτσι ο γεωργικός κλήρος που δινόταν, συνοδευόταν και με έτοιμη κατοικία. Ένας από τους κληρούχους, ήταν ο μπάρμπα-Γιώργης από την Κέλλη που ήταν και μάστορας-οικοδόμος. Το σπίτι που του δώσανε μαζί με τον κλήρο ήταν στο Γιουρούκι, τον τρίτο και μικρότερο οικισμό της Αχλάδας.

Ο μπάρμπα-Γιώργης δεν άργησε να φτιάξει συνεργείο και να αναλαμβάνει το χτίσιμο σπιτιών, αχυρώνων και άλλων κτισμάτων. Παρόλο όμως που ήταν καλός μάστορας, φημιζόταν για τη μαεστρία του στο ψέμα και για την ελαφροχεριά του. Όταν κάποιος τον αποκάλυπτε, ο μπάρμπα-Γιώργης είχε μια αφοπλιστική δικαιολογία. Αν για παράδειγμα έκλεβε κάποιο γεωργικό εργαλείο και τον είχε δει κάποιος και τον μαρτυρούσε, η δικαιολογία του ήταν ότι το έκανε επίτηδες για να κάνει τον ιδιοκτήτη του εργαλείου νοικοκύρη, δηλαδή για να μην αφήνει εκτεθειμένα τα εργαλεία του και του τα κλέβουν.

Διάβασε περισσότερα

Μουλάρι

«Να καίρεσαι να πετάνεις…” (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΗ εμφάνισή του θύμιζε παλαιστή ελληνορωμαϊκής πάλης και η φωνή του έμοιαζε με εκείνη του τσομπάνη που μαζεύει συνέχεια τα γιδοπρόβατά του που έχουν σκορπίσει. Η προφορά του αρκετά παράξενη, έως «μακεδονική”. Το λάμδα παχύ και του ήταν αδύνατο να προφέρει σωστά το δέλτα, το έλεγε «ντ”, το χι «κ”, το γάμα «γκ”, το θήτα «τ” και το ψι «πσ”. Αυτή ήταν η εικόνα του Λάνκα από τον Πάνω Μαχαλά της Αχλάδας.

Ένας ωραίος τύπος χωρικού, γνήσιος και συμπαθής και φτιαγμένος από ανεπεξέργαστο, καλό μέταλλο. Φώναζε, ιδιαίτερα όταν έπαιζε ξερί ή κολτσίνα στα καφενεία, και προτιμούσε τα καφενεία του Κάτω Μαχαλά. Χαρακτηριστική ήταν η φράση που εκστόμισε με τον Ρήγα, παλιό χωροφύλακα, μετά αγροφύλακα, κατόπιν αγελαδάρη, και μετά μετανάστη, που παντρεύτηκε στο χωριό του Λάνκα: «Τα πουλήσω ένα τσουβάλι πατάτες και τα σε παίζω όλη τη νύκτα, γιατί έτσι με αρέζει…”

Όταν χόρευε ο Λάνκας, προτιμούσε την πουστσένα. Έσκαβε με το πόδι του το χώμα σαν τον θυμωμένο ταύρο και πρόσταζε συνέχεια τον κλαριντζή να παίζει, λέγοντάς του: «Βάρα, βάρα…” Κάποτε οι συγχωριανοί του τον εκλέξανε στο κοινοτικό συμβούλιο κι αυτό τον ψήφισε πρόεδρο της κοινότητας για μια διετία (τότε το κοινοτικό συμβούλιο έβγαζε τον πρόεδρο).

Διάβασε περισσότερα

Μουλάρι

Ντόρκα, εδώ είμασνε… (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΤο μαγαζάκι του Μπάρμπα – Κώστα «έζησε» για δεκάδες χρόνια. Την πρώτη πινακίδα «ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ ο Σκοπός Κ. ΑΙΤΑ», την είχα γράψει εγώ κι επειδή για πρώτη φορά έπιανα πινέλο η λέξη «Σκοπός» μου βγήκε με μία κλίση προς τα πάνω, ίσως με τέτοια κλίση μου φανερωνόταν η ανοδική μελλοντική πορεία του μαγαζιού η εκφραζόταν η δική μου αισιοδοξία για το μέλλον, καθότι μόλις είχα τελειώσει την πρώτη τάξη του γυμνασίου.

Το μαγαζάκι του Μπάρμπα – Κώστα έγινε στέκι των γερόντων, που κατά μία σύμπτωση ήταν όλοι τους γεροί πότες και μάλιστα σκληρών ποτών, δηλαδή κονιάκ και ρακί. Άλλη σύμπτωση ήταν ότι όλοι τους παρακολουθούνταν από τα παιδιά τους γι΄αυτό όταν παράγγελναν ποτό έβγαιναν στην πόρτα για να ελέγξουν μην έρχεται κάποιο από τα παιδιά τους.

Οι προμήθειες του μπάρμπα – Κώστα όταν πήγαινε στη Φλώρινα ήταν νταμιτζάνες με κονιάκ και ρακί και μερικές κονσέρβες για εξαιρετικές περιπτώσεις. Δεν χρειαζόταν και πολλές προμήθειες το μαγαζάκι του μπάρμπα – Κώστα, αφού όλοι οι θαμώνες ήταν ξεροσφύρηδες κι αυτό γιατί το σκέτο πιοτό εύκολα και γρήγορα τους «έπιανε».

Διάβασε περισσότερα

Μουλάρι

Τι ψήφισες; (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΠροκηρύχθηκαν βουλευτικές εκλογές το 1926. Τότε ψήφιζαν μόνο οι άντρες και το μοναδικό εκλογικό τμήμα για τα τρία χωριά ήταν στη Βοστάρανη (Μελίτη). Οι Σετινιώτες θα έπρεπε να περπατήσουν εφτά χιλιόμετρα για να ψηφίσουν γι’αυτό χρησιμοποιήθηκαν ζώα μεταφοράς.

Οι εκλογές θα γίνονταν από την κυβέρνηση Κονδύλη με απλή αναλογική. Το εκλογικό σύστημα ενθάρρυνε την κάθοδο πολλών κομμάτων, όπως κι έγινε. Η προεκλογική εκστρατεία, οι υποσχέσεις, οι «δεκάρικοι” λόγοι δεν έλειπαν και τότε.

Στο νομό Φλώρινας, εκτός από τα χωριά των Ποντίων, δεν ήξεραν ελληνικά κι έτσι οι λόγοι και οι υποσχέσεις απευθύνονταν προς ώτα μη ακουόντων με αποτέλεσμα να μη λείπουν τα πολιτικά ευτράπελα.

Υπήρχε κάποιος βουλευτής που μιλούσε τη ντόπια διάλεκτο και τον συμβούλεψαν στα ντόπια χωριά να μιλάει στη λαλιά τους κι έτσι θα έπαιρνε την ψήφο τους. Σε κάποιο χωριό πέθανε ένας κάτοικος που επηρέαζε πολλούς στις εκλογές. Συμβούλεψαν λοι- πόν τον βουλευτή να εμφανιστεί ως φίλος του νεκρού στη κηδεία του και να εκφωνήσει επικήδειο λόγο.

Διάβασε περισσότερα

Καμινάδα

Λάφει Γκίγκο (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΗ τέτα-Σόφκα ήταν μια χήρα με δυο αγόρια. Ο άντρας της ήταν στον Δημοκρατικό Στρατό στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου και σκοτώθηκε στο Γράμμο πιστεύοντας ότι θα έφτιαχνε μια πατρίδα καλύτερη. Τα παιδιά της δε γνώρισαν τον πατέρα τους.

Ο Γιάντσες ήταν ο μικρότερος γιός και δύσκολα ξεκολλούσε από τη μάνα του η οποία δούλευε μέρα-νύχτα για να μπορούν να επιβιώσουν τα παιδιά της.

Για να βλέπει και να «γνωρίσει” τ’άλλα παιδιά και τους συγχωριανούς του ο Γιάντσες καθόταν σε μια πέτρα-κάθισμα που ήταν στο δρόμο έξω από το σπίτι του. Εκεί στην πέτρα έμοιαζε με έργο τέχνης, αφού καθόταν ακίνητος και αμίλητος για ώρες. Επίσης παρακολουθούσε το τι συνέβαινε γύρω του με το ένα μάτι κλειστό. Είχε έτσι διαγράψει το μισό κόσμο. Τους μισούς συγχωριανούς του ήταν φανερό πως δεν ήθελε ούτε να τους δει.

Όταν ενηλικιώθηκε πήγε στρατιώτης κι όταν απολύθηκε θέλησε να παντρευτεί, κάτι που είχε ήδη κάνει ο αδελφός του. Είχε βάλει μάλιστα στο μάτι και στη καρδιά του μια από τις κόρες του παπα-Γιάννη.

Διάβασε περισσότερα

μπαλτάς

Μάρτυρας μου ο ήλιος (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΛέγανε πως ήταν αδελφικοί φίλοι και όλοι το ξέρανε. Ο ένας γνωστός χασάπης με το καλύτερο κρεοπωλείο στην πλατεία του χωριού. Ο άλλος μεγάλος ζωέμπορος. Ο ζωέμπορας συχνά πήγαινε στο χωριό του φίλου του χασάπη κι αγόραζε κοπάδια ολόκληρα που τα μεταπωλούσε ή τα έδινε στα σφαγεία της πόλης και πουλούσε τα σφάγια σε κρεατέμπορους σ’ όλη τη χώρα.

Μια φορά, ο ζωέμπορας έστειλε μήνυμα στον χασάπη με έναν συγχωριανό του, πως θα’ ρχόταν και θα αγόραζε τρία κοπάδια μοσχαριών απευθείας από τους στάβλους. Τα κοπάδια ήταν στα βοσκοτόπια του Καϊμάκτσαλαν, οπότε χρειαζόταν βοήθεια και ζητούσε να εξασφαλίσει άλογα για να ανέβουν στα βουνά.

Πράγματι, ένα απόγευμα έφτασε στο χωριό του φίλου του, του χασάπη, και πήγε κατευθείαν στο κρεοπωλείο. Κάθισε για ώρα εκεί και όταν έκλεισε το κρεοπωλείο πήγαν στο σπίτι του χασάπη, φάγανε, ήπιανε και πέσανε από νωρίς για ύπνο, αφού θα’ φευγαν χαράματα προς τα βοσκοτόπια του Καϊμάκτσαλαν για να βρεθούν στους στάβλους, πριν σκαρίσουν τα ζώα για βοσκή οι αγελαδάρηδες.

Διάβασε περισσότερα

κυνηγός με σκύλο

Οι λαθροθήρες και ο αγροφύλακας (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΤο χιόνι τα είχε σκεπάσει όλα εκείνο το Γενάρη του 1987 και οι κυνηγοί της Σέτινας έβραζαν στο ζουμί τους, αφού δεν μπορούσαν να κυνηγήσουν αφού απαγορευόταν το κυνήγι στο χιόνι. Στο μικρό καφενεδάκι του Τορμπάκη μετά από μια παρτίδα μπουρλότο, καθισμένοι γύρω από τη ξυλόσομπα λέγανε τον πόνο τους και κλαίγανε την τύχη τους.

– Ακούς εκεί να απαγορεύεται το κυνήγι όταν πέφτει χιόνι! Ακούστηκε να λέει κάποιος.
= Στο χιόνι τ’άγρια αφήνουν τα χνάρια τους και τον ντορό τους τον βλέπει και τυφλός, άσε που δεν μπορούν να φυλαχτούν τα φουκαριάρικα τρέχοντας στο χιόνι αφού βουλιάζουν… Ακούστηκε μια φωνή από ένα τραπέζι που κάθονταν τρεις.
– Είναι άδικο όμως για εμάς να μην μας αφήνουν να εκμεταλλευτούμε αυτή την ευκαιρία και να γεμίσουμε τον καταψύκτη με θηράματα… Είπε ένας τρίτος σχολιάζοντας την απαγόρευση του κυνηγιού.
– Εγώ λέω να πάμε μια βόλτα αύριο και να’χουμε τις καραμπίνες στις θήκες. Αν μας πιάσει το δασαρχείο θα πούμε ότι βγήκαμε μια βόλτα στα χιόνια και ότι τα όπλα τα πήραμε μήπως και μας επιτεθεί καμιά αγέλη λύκων.
– Και λες να σε πιστέψουν; Είπε ο αγροφύλακας του χωριού.

Διάβασε περισσότερα

Κυνηγός με σκυλί

Λαθροκυνηγοί και λαθροθηρία – Εγκλήματα χωρίς τιμωρία (Π.Βότσης – Ν.Βότση)

«Ο θάνατος είναι καλό θέμα για ποιητές και παπάδες…” – Κ. ΚΑΛΑΠΑΝΙΔΑΣ

Η βίαιη παύση ζωής είναι φόνος. Για τον άνθρωπο χρησιμοποιούμε τον όρο ανθρωποκτονία και για τα ζώα τον όρο ζωοκτονία. Τόσο η ανθρωποκτονία όσο και η ζωοκτονία είναι και αποτελούν τα βαρύτερα ποινικά αδικήματα και οι ποινές καθορίζονται από κοινωνικούς κανόνες γραπτούς (νόμοι) ή άγραφους (παράδοση).

Ενώ στις ανθρώπινες κοινωνίες νόμιμοι φονιάδες δεν υπάρχουν, αν και σε ειδικές περιπτώσεις (πόλεμος, δήμιος, όργανα τάξης) δίνεται η δυνατότητα σε ορισμένους να το κάνουν άμεσα (φόνος) ή έμμεσα (δικαστές, στέρηση ιατρικής και κοινωνικής περίθαλψης), δηλαδή νομιμοποιούν τη βίαιη στέρηση ζωής.

Διάβασε περισσότερα

Εγκυμοσύνη

Σε σακούλα νεογνό (Π.Βότσης)

«Εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω”ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

«Φοιτήτρια 22 χρονών γέννησε μόνη της στη μπανιέρα του σπιτιού της, έκοψε μόνη της τον ομφάλιο λώρο, τύλιξε το νεογνό σ’ένα σεντόνι, το’βαλε σε μια πλαστική σακούλα και το πέταξε στον ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας που ζούσε. Το νεογνό έζησε 11 ώρες, αν και δεν είχε καμία βοήθεια…”ΑΘΗΝΑΪΚΟΣ ΤΥΠΟΣ

Βρέθηκε νεογνό στον ακάλυπτο χώρο πολυκατοικίας και η είδηση αυτή συντάραξε την κοινή αθηναϊκή γνώμη και όχι μόνο. Άτομα προικισμένα από περιέργεια, πέραν εκείνης που είναι χρήσιμη για τη γνώση και την έρευνα, δημοσιογράφοι, ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι, νομικοί και τόσοι άλλοι ειδικοί που «περί του πλήθους των ουκ έστι αριθμός” εμφανίστηκαν στα ΜΜΕ (Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης), άλλοι γράφοντας, άλλοι σχολιάζοντας κι άλλοι συνεντευξιαζόμενοι, είπαν τη βαρύγδουπη γνώμη τους κι όλοι με στόμφο αυστηρώς ειδικού και «αναμφισβήτητου επιστήμονα”.

Διάβασε περισσότερα

βόδια που οργώνουν

Θα’θελα βόδι να’μουνα… (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΚοιλάρφανο ήταν. Τον πατέρα του το σκότωσαν οι Τούρκοι. Ήταν το μικρότερο χαϊδεμένο παιδί της μάνας του. Όλα του τα’χε έτοιμα στο χέρι γι’αυτό ομολογούσε κι ο ίδιος πως τα παιδιά είναι ορφανά όταν ορφανεύουν από μάνα και όχι από πατέρα. Η φουκαριάρα η μάνα του έπρεπε να μεγαλώσει τα τρία ορφανά. Όταν στρατεύτηκε ο μεγάλος του αδελφός, αυτός ήταν ακόμα πιτσιρίκι αλλά έπρεπε να κάνει αντρικές δουλειές και κυρίως το όργωμα.

Όταν ήταν να πάει για όργωμα ή για να φέρει ξύλα από το βουνό, η μάνα του τον έντυνε όσο κοιμόταν «για να κοιμηθεί λίγο περισσότερο το μικρό”, όπως συνήθιζε να λέει. Όλα έτοιμα του μικρού Γιώργη στο χέρι γι’αυτό ποτέ του δεν μπορούσε να βρει μόνος του όχι μόνο τα παπούτσια του (που τα’λεγε τσαρούχια) αλλά και τις κάλτσες και όλα τα υπόλοιπα ρούχα του.

Μικρός-μικρός πρόσεχε τα γουρούνια στο μπατζαριό και βάρεγε κοτάρα για ν’αρμέξουν στη στρούγκα. Λίγο μεγαλύτερος έβοσκε τα βόδια, έπειτα τα ζυγούρια κι με αυτά και με εκείνα έμαθε όλες τις αγροτικές δουλειές. Ήξερε να οργώνει, που είναι σχετικά απλό αλλά ήξερε και τη δουλειά του τυροκόμου από το χρόνο που πέρασε στο μπατζαριό. Έμαθε να οργώνει και το έκανε πολύ καλά.

Διάβασε περισσότερα

χωριό - καφενείο

Η υποδοχή του βουλευτή (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΦιλήσυχος γεωργός και καλός νοικοκύρης ήταν ο μπάρμπα-Βάνες. Κρατούσε γερά τ’αλέτρι κι όσο το κρατούσε ένιωθε ασφάλεια. Ήταν ερωτευμένος με τη γη κι όταν την καλλιεργούσε το έκανε με τέτοια λεπτότητα και προσοχή σαν να ήταν ερωμένη του. Δεν όργωνε, ούτε σκάλιζε τη γη, παρά τη «χάιδευε” κι αυτή πάντα ανταποκρινόταν με τη σοδειά που του έδινε.

Τον βρήκε η Κατοχή των Γερμανών στο χωριό κι αυτός δεν άλλαξε τη καθημερινή του ζωή, ούτε τη συμπεριφορά του. Οι Βούλγαροι, σύμμαχοι τότε με τους Γερμανούς, ήταν οι κατακτητές. Αυτούς έβλεπε καθημερινά καθώς πήγαινε στη δουλειά του. Τους χαιρετούσε, τον αντιχαιρετούσαν κι ας τον χαράτσωναν κάθε τόσο παίρνοντας από το κοπάδι του ζωντανά.

Αυτές τις χαιρετούρες και την ανοχή του να του αφαιρούν ζώα από το βιός του, τα πλήρωσε ακριβά γιατί δικάστηκε και καταδικάστηκε ως δοσίλογος, σε δώδεκα χρόνια φυλάκιση και δήμευση της περιουσίας του. Η δίκη του έγινε μετά την απελευθέρωση από τους κατακτητές και πήγε σε διάφορες φυλακές.

Διάβασε περισσότερα

Φράγμα - νερό

Προβλήματα στην κατασκευή του φράγματος Παπαδιάς (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΑπό τη δεκαετία του 1950 θυμάμαι τις υποσχέσεις των πολιτικών των αστικών κομμάτων να υποδεικνύουν και να υπόσχονται την κατασκευή ενός φράγματος στο ποτάμι μας, ώστε να μη χάνεται το νερό του Χειμώνα και των βροχοπτώσεων. Έπρεπε σύμφωνα με τις εξαγγελίες τους να κατασκευαστεί ένας μεγάλος ταμιευτήρας νερού και να αξιοποιείται αυτό το νερό το Καλοκαίρι.

-Μα εμείς δεν έχουμε πρόβλημα με το νερό! Το νερό σ’εμάς φτάνει και περισσεύει, εμείς χωράφια δεν έχουμε κι από αυτά που έχουμε, λίγα μπορούν να ποτιστούν, δηλαδή αυτά που βρίσκονται δίπλα στον γεροπόταμο… Είπανε οι συγχωριανοί μας.

-Αν γίνει το φράγμα θα μπορείτε να ποτίζετε χωράφια που σήμερα δεν ποτίζονται. Θα κατασκευαστεί αρδευτικό δίκτυο σε μεγαλύτερο υψόμετρο από το σημερινό… Επέμειναν οι πολιτικοί.

Αυτά οι υποψήφιοι βουλευτές τα επαναλάμβαναν για πολλές δεκαετίες προεκλογικά, ώσπου έγινε το ατμοηλεκτρικό εργοστάσιο της ΔΕΗ στη Μελίτη και το νερό των γεωτρήσεων δεν επαρκούσε, συνεπώς το φράγμα έπρεπε να γίνει.

Διάβασε περισσότερα

Καμινάδα

Η ανάγκη τέχνας κατεργάζεται… (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΜόλις είχαν απολυθεί από τις τάξεις του Εθνικού Στρατού και οι δυο τους. Ήταν γύρω στα εικοσιπέντε, παντρεμένοι στα χαλεπά χρόνια του Εμφυλίου πολέμου. Το 1949 απολύθηκαν μετά την τελειωτική ήττα του Δημοκρατικού Στρατού στο Γράμμο και στο Βίτσι. Ο Αντώνης από το Σκοπό και ο Θόδωρος από την Αχλάδα.

Βρέθηκαν όμως και οι δυο τους στην Αχλάδα, γιατί ο Σκοπός δεν είχε ακόμα κατοικηθεί μετά τον εμφύλιο. Η Αχλάδα μόλις που είχε κατοικηθεί, κι αυτό γιατί κάποιες ελάχιστες οικογένειες που είχαν απομείνει κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου υποχρεωτικά φιλοξενήθηκαν στη Μελίτη.

Οι κάτοικοι τόσο του Σκοπού όσο και της Αχλάδας σχεδόν όλοι ήταν φυγάδες στη γειτονική Γιουγκοσλαβία, προσπαθώντας να φυλαχτούνε από τα δεινά των μαχών οι οποίες γίνονταν πάνω από τα κεφάλια τους. Όλα τα σπίτια και στα δυο χωριά εγκαταλειμμένα. Χωράφια άσπαρτα κι ελάχιστα ζωντανά. Οι εναπομείναντες κάτοικοι για να εξοικονομήσουν τουλάχιστον το ψωμί τους, έκαναν όποια δουλειά και αν τους τύχαινε…

Οι περισσότεροι δεν είχαν καν υποζύγια για να οργώσουν και να σπείρουν, αλλά κι αν έσπερναν θα χρειάζονταν μήνες πολλοί να περάσουν για να θερίσουν, ν’αλωνίσουν και να εξασφαλίσουν το ψωμί τους. Το μεροκάματο στο χωριό δεκαπέντε δραχμές και το ψωμί λιγοστό για αυτό όλοι κάνανε οικονομία.

Διάβασε περισσότερα

Σέτινα ή Τσέτινα; (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΟ γερό-Γιώργης έστριψε τον αρειμάνιο μύστακα του, ακούμπησε και τα δυο του χέρια στη χειροποίητη μαγκούρα του, ύψωσε το βλέμμα του, πήρε ύφος που πρόδιδε πως θα’λεγε κάτι σπουδαίο, καθάρισε τη φωνή του κι άρχισε τη διήγηση… Εμείς, το ακροατήριο, με αγωνία και περιέργεια στήσαμε αυτί, ανακαθήσαμε στην καρέκλα μας κι αρχίσαμε να ακούμε:

«Όσα θα ακούσετε δεν τα έζησα, τα άκουσα όμως κι όχι μόνο από έναν αλλά από αρκετούς. Όπως καλή ώρα τώρα εγώ, έτσι πριν από εβδομήντα χρόνια ένας παππούς άρχισε κάτι να λέει σε εμένα κι εγώ, όπως εσείς τώρα, τον άκουσα κι εντυπωσιάστηκα τόσο πολύ από τα λεγόμενα του που αποτυπώθηκαν στη μνήμη μου και αυτά θα προσπαθήσω να επαναλάβω. Μου προκάλεσαν τόσο μεγάλη εντύπωση όσα μου είχε πει, τα θεώρησα τόσο πολύ σπουδαία ώστε κάθε φορά που βρίσκομαι με νέους σαν κι εσάς, τα επαναλαμβάνω ώστε να τους τα μεταδώσω και να τα πουν κι αυτοί. Είναι η ιστορία μας και πρέπει να τη ξέρουμε για να σωθεί…”

«Η Σέτινα κάποτε ήταν μεγάλη. Ξεκινούσε από το κάστρο του Σαμουήλ (Κάλε) κι έφτανε μέχρι το σημερινό χωριό μας. Υπήρχαν μαγαζιά, φαγάδικα, χάνια, εκκλησίες και πανδοχεία. Υπήρχε επίσκοπος Σέτινας, όλοι οι κάτοικοι ήταν πιστοί χριστιανοί και ποτέ δεν αμελούσαν τον εκκλησιασμό τους…”

Διάβασε περισσότερα

Χριστιανικός ναός

Ο Άη-Νικόλας ο δικός μας (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΠερίπου δύο χιλιόμετρα ανατολικά του χωριού μας, έχουμε ένα μικρό εκκλησάκι σε μεγάλο χώρο, τον Άη-Νικόλα. Στο εκκλησάκι αυτό υπήρχε ένας ξενώνας με τσαρδάκι, δυο δωμάτια πάνω, ενώ στο ημιυπογειο υπήρχε στάβλος. Ο ξενώνας είχε χτιστεί στα πρότυπα ενός χανιού.

Οι ταξιδιώτες μπορούσαν να κοιμηθούν στον ξενώνα κι αν είχαν ζώα μπορούσαν να τα βάλουν στο στάβλο. Εκτός από τη «στέγη” που έβρισκε κάποιος στον Άη-Νικόλα, του προσφέρονταν κι ένα πιάτο φαγητό.

Αυτά υπήρχαν για πολλά χρόνια ενώ σήμερα τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά. Δεν υπάρχει για παράδειγμα άνθρωπος για να περιποιηθεί όσους καταλήγουν στον ξενώνα, έχει προστεθεί κι άλλος ξενώνας και έχει αλλάξει η περίφραξη.

Η εικόνα του Αγίου που βρίσκεται στην είσοδο, έχει τη χρονολογία 1871, πιθανή χρονολογία ανακαίνισης, γιατί τα υλικά και το χτίσιμο φανέρωναν ότι υπήρχε από πολύ παλιότερα. Στα τέλη του 19ου αιώνα υπήρχε μια κινητικότητα στα μέρη μας και πρέπει να σχετίζεται με την απόσχιση της Βουλγαρικής Εξαρχίας από το Πατριαρχείο της Κωσταντινούπολης.

Διάβασε περισσότερα

Κλαριντζής

Θανάσιμο το φιλοδώρημα στον κλαριντζή; (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΣχεδόν σε κάθε χωριό της Μακεδονίας υπήρχε (και υπάρχει) και ένα μουσικό συγκρότημα, συνήθως με χάλκινα. Μερικά συγκροτήματα, όταν τους έλειπαν κάποια όργανα, τα συμπλήρωναν με άτομα από τα διπλανά χωριά. Αρχηγός του συγκροτήματος κατά κανόνα ήταν και είναι ο κλαριντζής. Το συγκρότημα που θα μας απασχολήσει στη σημερινή ιστορία είχε αρχηγό τον κλαριντζή Μπουκοβίτη από το Γιουρούκι. Όλο το υπόλοιπο συγκρότημα ήταν άτομα από τη Μελίτη.

Ο Μπουκοβίτης ήταν ένας απλός γεωργός με λίγα χωράφια, όπως κι όλοι οι άλλοι του συγκροτήματος. Κανένας τους δηλαδή δεν ήταν επαγγελματίας μουσικός. Ο κλαριντζής ήταν ένας χαμογελαστός, συμπαθητικός και ομιλητικός άνθρωπος. Με όλους ήταν φίλος κι όλοι τον αγαπούσαν, και γιατί όχι; Αφού οι περισσότεροι τον είχαν συνδέσει με τη χαρά του γάμου τους και του γλεντιού όπου έπαιζε ο κλαριντζής. Ήξερε καλά τις παραδόσεις του τόπου, τη ροή των εθίμων του γάμου και τα συνόδευε πάντα με την κατάλληλη μουσική. Κρατούσε και σεβόταν τις παραδόσεις και στον χορό ήξερε ποιός προστάζει και δικαιούται να χορέψει τις κρίσιμες ώρες.

Η αμοιβή του συγκροτήματος ήταν συμφωνημένη με αυτόν που οργάνωνε τον γάμο κι αυτός συνήθως ήταν ο πεθερός. Στους γάμους υπήρχαν και τα φιλοδωρήματα (χαρτούρα) που μαζί με την αμοιβή τα μοιράζονταν όλα τα μέλη του συγκροτήματος αμέσως μετά τη λήξη του γλεντιού του γάμου.

Διάβασε περισσότερα

Σπίτι στο χωριό

Ο πρωτοκλέφτης του χωριού μας (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΟ πατέρας του από νωρίς κατάλαβε ότι ήταν τεμπέλης. Του ‘δωσε μερικά χωράφια και τον χώρισε από τη φαμίλια αφού πρώτα τον πάντρεψε. Ο πατέρας του ήταν ένας από τους πρώτους προέδρους της κοινότητάς μας μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Ο κανακάρης του λεγόταν Ήλος και του αράδιασε εφτά εγγόνια. Η δουλειά δεν του πολυάρεσε, τα εφτά παιδιά του όμως έπρεπε να φάνε. Έτσι ο Ήλος βρήκε τη λύση που δεν ήταν άλλη από το να μπαίνει στα σπίτια την «κατάλληλη” ώρα και να ξαφρίζει τα νοικοκυριά.

Οι κουνιάδοι του ήταν καλοστεκούμενοι οικονομικά, είχαν καλό βιός, τόσο σε ζωντανά όσο και σε χωράφια, συγκριτικά βέβαια με τους υπόλοιπους κατοίκους του χωριού. Ο Ήλος πίεσε τα κουνιάδια του για μερίδιο στην περιουσία τους, που ανήκει στην αδελφή τους. Τα αδέλφια της δεν αρνήθηκαν και την έδωσαν το μερίδιο της, το οποίο το είχαν αγοράσει.

Η αδελφή τους βέβαια δεν έπαψε κάθε φορά που είχε δυσκολίες να καταφεύγει στα αδέλφια της, να καταριέται την τύχη της, να κατηγορεί τη μάνα της για τον άντρα που της διάλεξε, τον Ήλο. Έτσι ζητούσε βοήθεια για να «μη πεθάνουν τα παιδάκια της”.

Διάβασε περισσότερα

Σκύλα

Η Πατελιάνικη Σκύλα (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΓύρω από τη λίμνη του Οστρόβου ή Αγίου Παντελεήμονα ή Βεγορίτιδας ή Άρνισσας, υπάρχουν τα παραλίμνια χωριά Άγιος Παντελεήμονας (Πάτελε), η Άρνισσα (Όστροβο), η Περαία (Κότσανα), το Μανιάκι (Κολάριτσα) και η Βεγόρα (Νόβιγ- κραντ). Οι κάτοικοι αυτών των χωριών στο μεγαλύτερο ποσοστό ήταν αγρότες με κυρίαρχη τη γεωργία ως ασχολία. Ελάχιστοι είναι κτηνοτρόφοι και ακόμα λιγότεροι ψαράδες.

Όλα τα αγροτόσπιτα σίγουρα είχαν ένα γάιδαρο ως μεταφορικό μέσο κι έναν τουλάχιστονσκύλο σαν φύλακα του σπιτιού ή και περισσότερα σκυλιά μιας και μερικοί κάτοικοι ήταν κτηνοτρόφοι. Η ηρωιδα αυτής της ιστορίας είναι μια σκύλα γνωστή στις διηγήσεις ως Πατελιάνικη σκύλα.

Αυτή όχι μόνο βουτούσε στη λίμνη και ήξερε βέβαια να κολυμπάει όπως όλα τα ζώα, αλλά και διέσχιζε τη λίμνη που είναι και η μεγαλύτερη λίμνη στην Ελληνική επικράτεια. Τα σκυλιά στα χωριά μας έχουν συνδέσει (επίκτητο αντανακλαστικό) τους γάμους με το φαγητό. Την εποχή της ηρωίδας, δεν υπήρχαν κάδοι σκουπιδιών ούτε απορριματοφόρα αμάξια. Τα αποφάγια τα πετούσαν σε μια άκρη της αυλής κάθε σπιτιού και με αυτά τρέφονταν κυρίως τα σκυλιά και ότι απέμενε το αποτελείωναν τα γουρούνια και οι κότες.

Διάβασε περισσότερα

Καλαμπόκια που βράζουν σε κατσαρόλα

Τα τεχνάσματα του λαίμαργου παππού μας (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΜερικοί τον έλεγαν περίεργο κι άλλοι παράξενο κι ανορθόδοξο στις ενέργειες του. Ήταν ο πρώτος και μοναδικός που από μόνος του έκανε αναδασμό ανταλλάσσοντας τα σκόρπια χωράφια του και έτσι τα συγκέντρωσε σε μια θέση στην ανατολική άκρη του χωριού. Έχτισε και σπίτι στο κτήμα που δημιούργησε κι έτσι δεν χρειαζόταν να μετακινείται για να πάει στα κτήματα του…

Ήταν από τους πρώτους που μετανάστευσε στη Νότια Αμερική στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα και με τα χρήματα που έφερε πίσω, αγόρασε από τον Τούρκο Μπέη ένα μουλούκι, περίπου 35 στρέμματα.

Ήταν καλοφαγάς, αλλά λαίμαργος. Ανησυχούσε αν θα χορτάσει με το φαγητό που είχε στη διάθεση του και αγχωνόταν κυρίως όταν δούλευε στα χωράφια ή στο μαντρί του.

Μελετούσε το φαγητό που του πρόσφεραν κι αν ήταν καλομαγειρεμένο και νόστιμο, έβαζε σε εφαρμογή διάφορα τεχνάσματα.

Έλεγε για παράδειγμα, αφού δοκίμαζε το φαγητό, ότι βρωμούσε πετρέλαιο ή ότι ήταν καμμένο κι άρχιζε να χαρακτηρίζει τις γυναίκες μαγείρισσες ζώα δίποδα και να τις βρίζει. «Δεν δικαιολογούνται να τους χυθεί πετρέλαιο στο φαγητό. Μήπως νόμιζε πως ήταν λάδι;”… Έλεγε.

Διάβασε περισσότερα