Ποίημα, βιβλίο με τριαντάφυλλο

Όταν περνούν οι γερανοί… (της Ρίτσας Μπαλκουρανίδου)

Ρίτσα Μπαλκουρανίδου - ΔασκάλαΣτη μνήμη του πατέρα μου Γεωργίου, αγωνιστή της εθνικής αντίστασης

Η εξάχρονη Εύχαρις ρωτούσε τη μαμά της: «Μαμά, πού είναι ο μπαμπάς ο δικός μου; Η φίλη μου η Ειρηνούλα έχει μπαμπά.» Η μαμά της, την πήρε από το χεράκι, της είπε πως ο δικός της μπαμπάς λείπει σ’ ένα μεγάλο ταξίδι, στον ουρανό. «Έλα, όμως, να σου δείξω κάτι. Βλέπεις αυτήν τη μεγάλη, μεγάλη στρογγυλή φωτογραφία, εδώ στον τοίχο; Αυτός είναι ο μπαμπάς σου.» Το κοριτσάκι τον κοίταζε. «Μαμά, κοίτα, μου χαμογελάει.». «Σ’ αγαπάει πολύ, για αυτό Εύχαρις.» Κοίταζε, κοίταζε, και ήθελε να τον βρει, να τον βρει, σαν να άκουσε τη φωνή του. Ψιθύριζε. Όταν περνούν οι γερανοί, όταν περνούν οι γερανοί…

Η Εύχαρις, βγήκε στην αυλή, κοίταζε στον ουρανό, και ξαφνικά, είδε δυο πελώρια, όμορφα πουλιά… Ξέφυγαν από το σμήνος, και κατέβηκαν στην αυλή. Άνοιξαν τα φτερά τους και ανέβασαν την Εύχαρη για ένα μεγάλο ταξίδι. Τι θέλεις, Εύχαρις; Πού θες να πάμε; Θέλω τον μπαμπά μου, θέλω τον μπαμπά μου… Θα σε πάμε όπου θες, μόνο κρατήσου γερά στα φτερά μας. Μια ο ένας, μια ο άλλος, θα σε ταξιδέψουμε όπου θες. Ανέβαιναν, ανέβαιναν, όλο και πιο ψηλά. Θέλω να πάω σε εκείνο το ψηλό βουνό. Στον Όλυμπο; Ναι, ναι. Κατέβηκαν τα πουλιά.

Η Εύχαρις, στην κορυφή του βουνού, είδε να κάθονται γύρω, παράξενοι άνθρωποι. Τι θέλεις εδώ μικρή; Εμείς είμαστε οι 12 θεοί του Ολύμπου. Όλοι της μίλησαν ευγενικά. Μόνο ένας, ο πιο άγριος, ο πιο βλοσυρός, ο θεός του πολέμου, ο Άρης (φαίνεται ένοιωθε ένοχος) της φώναξε δυνατά. – Φύγε, φύγε από δω. Η Εύχαρις πρόσεξε πως το πόδι του πατούσε και ένα περιστέρι, πάλευκο, που δεν μπορούσε να ξεφύγει, μόνο κουνούσε τα φτερά του, φτεροκοπούσε συνέχεια.

Ήταν η ΕΙΡΗΝΗ. Τρόμαξε τόσο πολύ, που άλλο δεν ήθελε να τον βλέπει τον κακό αυτό θεό του πολέμου, και έφυγε. Οι Γερανοί σκύψανε, ανέβηκε στα φτερά τους, μια στον έναν, μια στον άλλο, έτσι που ταξίδευαν δίπλα – δίπλα, για να μην κουράζονται, και συνέχισαν το ταξίδι. – Τώρα που θέλεις να πάμε, Εύχαρις; Θέλω, θέλω.. σκεφτόταν. – Να πάω στο θεό, ψηλά, στον ουρανό. – Α!, εκεί δεν μπορούμε να σε πάμε, είναι πολύ ψηλά ο θεός, δεν μπορούμε να φτάσουμε το θεό. Θα σ’ αφήσουμε σ’ αυτό το κάτασπρο, πουπουλένιο συννεφάκι. Ευχαριστώ, ευχαριστώ, καλά είναι και εδώ. Καλό ταξίδι. Καλό ταξίδι, γερανοί.

Στρογγυλοκάθισε στο αφράτο συννεφάκι, που την πήγαινε απαλά – απαλά, μια εδώ, μια εκεί. Τα αγγελάκια από ψηλά την είδαν. Ένα κοριτσάκι στο άσπρο σύννεφο! Ένα κοριτσάκι στο άσπρο σύννεφο! Ξαφνικά ο Θεός, που κρατούσε δυο πελώρια κουπιά, άρχισε να τα κουνάει γερά. Γέμισε ο ουρανός γκρίζα σύννεφα και τότε ακούστηκαν μπουμπουνητά. Άρχισε να βρέχει, να βρέχει.

Η Εύχαρις τρόμαξε, άρχισε να κλαίει, τρέχαν βροχή τα δάκρυα της. Τα αγγελάκια τρέξαν στο Θεό. Καλέ μας Θεέ, ένα κοριτσάκι κλαίει, κλαίει πολύ, πάνω στο σύννεφο. Ξέρω, ξέρω, το είδα, ξέρω και γιατί κλαίει, θέλει τον μπαμπά της, τον ψάχνει παντού. Ελάτε εδώ. Ξέρω που είναι ο μπαμπάς της. Είναι στην πλαγιά με τις κόκκινες παπαρούνες. Σ’ εκείνο το μεγάλο βουνό, Γίμπραινα το λένε. Πάρτε αυτήν την χρυσή καρδούλα, να της την χαρίσετε. Να της πείτε να την πάει στον μπαμπά της, θα χαρεί πολύ. Τα αγγελάκια έφυγαν χαρούμενα.

Εύχαρις, μην κλαις. Και παράξενο, σταμάτησε και η βροχή. Ο καλός Θεός μας έδωσε αυτό το δώρο, μια χρυσή καρδούλα. Ορίστε. Η Εύχαρις πολύ χάρηκε που είδε με τα μάτια της τα αγγελάκια, άρχισε να χαμογελάει. Ευχαριστώ, ευχαριστώ. Τα αγγελάκια πέταξαν και πήγαν κοντά στο Θεό, πολύ, πολύ ψηλά. Κάθεται εκεί για να βλέπει καλά – καλά όλα τα παιδιά του κόσμου. Το συννεφάκι άρχισε να ταξιδεύει. Απαλά, απαλά. Μια από εδώ, μια από εκεί. Σταμάτησε στο Μεγάλο βουνό και άφησε την Εύχαρις.

Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ συννεφάκι, κρατώντας τη χρυσή καρδούλα. Άρχισε να ψάχνει. Που είναι τώρα ο μπαμπάς; Που είναι; Που είναι; Τότε είδε μια πλαγιά ολοκόκκινη, μια πλαγιά γεμάτη παπαρούνες. Άλικες, σαν κόκκινο αίμα. Τρέχει, τρέχει, και αφήνει τη χρυσή καρδούλα που της χάρισε ο Θεός. Την χάρισε στον μπαμπά της. Μπαμπά, μπαμπά μου, σε βρήκα, εδώ είσαι. Ένοιωθε πολύ ευτυχισμένη. Επιτέλους, σου χαρίζω την καρδιά μου. Ξέρω, ο Θεός σ’ αγαπάει πολύ, για αυτό είσαι στις κόκκινες παπαρούνες.

Εκείνη τη στιγμή περνούσαν οι Γερανοί από την κόκκινη πλαγιά. Εύχαρις, Εύχαρις, εδώ είμαστε, έλα. Χαμήλωσαν πάλι, στρογγυλοκάθησε στα πολύχρωμα φτερά τους. – Που θέλεις να σε πάμε; Στη μαμά μου, στο σπίτι μου. Μετά από το υπέροχο ταξίδι, με τους γερανούς, έφτασε στην αυλή. Ευχαριστώ, ευχαριστώ, πανέμορφα πουλιά. Έτρεξε στο καλό δωμάτιο, είδε τη «φωτογραφία, πάλι της χαμογελούσε και σαν να άκουσε πάλι τη γλυκιά φωνή του. Όταν περνούν οι γερανοί, όταν περνούν οι γερανοί… Εύχαρις…

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *