Συνέντευξη με τον καθηγητή Χαράλαμπο Λεμονίδη με θέμα τα μαθηματικά

Η συνέντευξη πρωτοδημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία εφημερίδα ΗΧΩ Φλώρινας την Τετάρτη 17 Ιουνίου 2009.

Πρόσωπα & Ιδέες - Αυγή Κύρκου

Ο Χαράλαμπος Λεμονίδης, είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και διδάσκει μαθηματικά στο Παιδαγωγικό Τμήμα και το τμήμα νηπιαγωγών Φλώρινας. Είναι ο συγγραφέαςτου βιβλίου «ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΖΩΉΣ». Το βιβλίο του, διδάχτηκε πιλοτικά στα πειραματικά σχολεία της
Φλώρινας, εγκρίθηκε από το παιδαγωγικό ινστιτούτο και σήμερα διδάσκεται στην πρώτη και την τρίτη τάξη όλων των δημοτικών σχολείων της χώρας μας. Στη συνέντευξη που μας παραχώρησε μας μίλησε για το βιβλίο του και όχι μόνο.

Συνεντεύξεις - Πρόσωπα & ιδέες

κ. Λεμονίδη, γίνατε μαθηματικός από αγάπη για τα μαθηματικά, ή από σύμπτωση;

Αυτό το ερώτημα με απασχολεί κι εμένα. Μία κοινωνική ερμηνεία που δίνω, είναι ότι μεγάλωσα μέσα στους αριθμούς, Ο πατέρας μου ήταν μπακάλης και ήμουν μέσα στο μαγαζί από μικρό παιδί. Ήμουν εξοικειωμένος με αριθμητικές πράξεις από μικρός. Αλλά αυτό που θυμάμαι είναι ότι είχα μεγάλη ευχέρεια στο σχολείο. Έλυνα με ευκολία τις ασκήσεις. Ο δάσκαλος με φώναζε «μαθηματικέ». Νομίζω ότι μόνο στα μαθηματικά ήμουν καλός. Άρα έπαιξε ρόλο το κοινωνικό περιβάλλον, αλλά είχα και μια έμφυτη ικανότητα. Τώρα θα μου πεις, και η αδερφή μου στο ίδιο περιβάλλον μεγάλωσε, αλλά στα μαθηματικά ήταν αυτό που λέμε κουμπούρας.

Μύθος ή πραγματικότητα ότι τα μαθηματικά είναι το δυσκολότερο των μαθημάτων;

Εν μέρει είναι αλήθεια. Τα μαθηματικά είναι δύσκολα γιατί έχεις να κάνεις με έννοιες αφηρημένες. Το παιδί πρέπει να κινηθεί στην αφαίρεση. Δεν είναι εμπειρική γνώση. Είναι λογικομαθηματική γνώση, αφαιρετική. Άρα, όλα τα παιδιά, δεν μπορούν να το κάνουν αυτό και πρέπει να οδηγηθούν με μεγάλη
προσοχή. Για το μέσο μαθητή είναι δύσκολο.

Θεωρείτε δικαιολογημένη αυτήν… την… πώς να την πω… μαθηματικοφοβία, που έχουν οι μαθητές και οι γονείς;

Ναι, κατά την άποψή μου είναι δικαιολογημένη. Το μεγάλο πρόβλημα βρίσκεται στη διδασκαλία των μαθηματικών. Στον τρόπο που ο δάσκαλος θα μεταδώσει τη γνώση στο παιδί. Χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή!. Όταν η διδασκαλία δεν γίνεται όπως πρέπει να γίνει, είναι φυσικό να έχουμε θύματα. Να έχουμε απώλειες. Έτσι δημιουργείται η φοβία για τα μαθηματικά, αλλά και για τα άλλα μαθήματα.

Συνέντευξη με τον καθηγητή Χαράλαμπο Λεμονίδη

Σύμφωνα με μια έρευνα του ΟΟΣΑ που έγινε για τα μαθηματικά, ανάμεσα σε 29 χώρες, τα Ελληνόπουλα έρχονται 27α στην κατάταξη, με προτελευταία την Τουρκία και τελευταίο το Μεξικό. Πού το αποδίδετε αυτό;

Είμαι κι εγώ προβληματισμένος από αυτό. Θεωρώ ότι η εκπαίδευσή μας δεν είναι η καλύτερη. Το αποδίδω στο ότι δεν έχουμε ένα εκπαιδευτικό σύστημα σύγχρονο. Η παιδεία στην Ελλάδα δεν ανταποκρίνεται στο βιοτικό μας επίπεδο και αυτό το γνωρίζουν όλοι. Η εκπαίδευση δεν εκσυγχρονίζεται γρήγορα. Άλλωστε, όλες οι αλλαγές στην Ελλάδα γίνονται με πολύ αργούς ρυθμούς. Αυτό οφείλεται στo βαρύ κράτος. Οφείλεται στη μάζα των εκπαιδευτικών που έχουν και αυτοί μια αντίστοιχη ιδεολογία. Το σχολείο μας είναι βαρύ, δυσκίνητο, δημοσιοϋπαλληλικό. Δεν υπάρχει αέρας εκσυγχρονισμού, δεν υπάρχει αέρας απόκλισης. Το κράτος είναι αδρανές και κοιτάζει σε αυτή του την αδράνεια να έχει συνένοχο. Το γεγονός – και να πάρουμε σαν παράδειγμα τους εκπαιδευτικούς της Φλώρινας – ότι ο κλάδος των εκπαιδευτικών είναι ένας από τους πιο κομματικοποιημένους κλάδους, αυτό και μόνο αποδεικνύει τη στασιμότητα. Ο κλάδος των δασκάλων και αυτό ίσως ακουστεί ριζοσπαστικό, δεν είναι φορέας αλλαγής. Πολλές φορές είναι και εμπόδιο, στον εκσυγχρονισμό των πραγμάτων. Το έχουμε ζήσει. Και σε θετικές αλλαγές είναι εμπόδιο. Όχι πάντοτε, αλλά πολλές φορές. Βέβαια, ένας μεγάλος αριθμός, είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Αλλά δεν ξέρω κατά πόσο αυτοί οι εκπαιδευτικοί εκφράζονται. Κατά πόσο ακούγεται η φωνή τους. Τον ανώνυμο εκπαιδευτικό, που δουλεύει με ζήλο δεν ξέρω κατά πόσο τον έχει αναδείξει το σύστημα. Νομίζω, και εσύ το ξέρεις καλύτερα, από εμένα, ότι θεωρείται περιθωριακός. Είναι αυτός που δεν φαίνεται πουθενά.

Έχετε κάποιο συγκεκριμένο μοντέλο δασκάλου στο μυαλό σας; Έναν δάσκαλο, που θα μπορούσε να αλλάξει την αρνητική στάση των μαθητών, απέναντι στο μάθημα;

Ο δάσκαλος είναι ο βασικότερος παράγοντας. Όλοι μας λέμε «…τότε είχα έναν καλό δάσκαλο» ή και το αντίθετο «…είχα έναν κακό δάσκαλο». Ναι, ο δάσκαλος παίζει πολύ σημαντικό ρόλο και ο καθηγητής επίσης. Τα παιδιά στις μικρές ηλικίες,τα αγαπούν τα μαθηματικά. Τα πρωτάκια τα δέχονται στην αρχή με πολλή χαρά. Αυτό δείχνει ότι ο άνθρωπος είναι χόμους λότζικους… Δηλαδή γοητεύεται από τον ορθό λόγο και τη σκέψη των μαθηματικών, γι’ αυτό και τα αγαπούν στην πρώτη τάξη. Στη δευτέρα επίσης. Όσο μεγαλώνουν και προχωράει η εκπαίδευση, αρχίζουμε να έχουμε απώλειες. Αρχίζουν να χάνουν το ενδιαφέρον τους και αυτό συμβαίνει γιατί η διδασκαλία δεν γίνεται με το σωστό τρόπο. Τα παιδιά σήμερα είναι ενημερωμένα, έχουνε λεπτές κρίσεις, έχουνε ευαισθησίες. Δεν μπορείς να τα αναγκάσεις εύκολα, να κάνουνε πράγματα που δεν τα κατανοούν και κατά συνέπεια, δεν τους είναι ενδιαφέροντα και ευχάριστα. Εγώ όταν ρωτώ τους φοιτητές μου: «Γιατί δεν σας αρέσουν τα μαθηματικά;», Μου απαντούν: «γιατί είχαμε τραυματικές εμπειρίες στο σχολείο». Κάποιοι λένε ότι: «δε μου αρέσει αυτός ο τρόπος σκέψης. Αυτός ο εντελώς ορθός τρόπος σκέψης δεν με γοητεύει». Ο δάσκαλος που θα διδάξει τα μαθηματικά χρειάζεται να διαθέτει φαντασία, χρειάζεται τέχνη. Χρειάζεται τέχνη, στο ποιον τρόπο σκέψης θα προωθήσει. Ο δάσκαλος που έχω στο μυαλό μου, είναι ευφάνταστος. Είναι και καλλιτέχνης, γιατί δεν είναι τυχαίο ότι οι δάσκαλοι που ασχολούνται με τα καλλιτεχνικά είναι και καλοί δάσκαλοι. Αυτό που εγώ παρατηρώ είναι ότι οι δάσκαλοι που έχουν τις περισσότερες ιδέες, τις πιο προχωρημένες ιδέες, είναι οι δάσκαλοι που ασχολούνται και με τη ζωγραφική και με τις τέχνες, γιατί έχουνε φαντασία. Απορρίπτουν τον κατεστημένο τρόπο διδασκαλίας και συμπεριφοράς και αυτοσχεδιάζουν. Με άλλα λόγια έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους. Οι παραδοσιακοί δάσκαλοι, δουλεύουνε με αυτόματο πιλότο. Δεν τους αρέσει κατά βάθος η δουλειά τους. Κάνουν κάτι για να το κάνουν. Δεν πιστεύουν σε αυτό που κάνουν. Οι άλλοι κινούνται αυθεντικά. Ο δάσκαλος, όπως τον έχω εγώ στο μυαλό μου, πρέπει να αγαπάει αυτό που κάνει. Να έχει την τόλμη να ξεφεύγει από τα τετριμμένα. Αυτό βέβαια είναι δύσκολο, αλλά είναι και εξαιρετικά ενδιαφέρον. Ο δάσκαλος δεν πρέπει να βουλιάζει στη ρουτίνα.

Όλα όσα λέτε ακούγονται ενδιαφέροντα. Σκεφτείτε όμως ότι υπάρχει και ένα αναλυτικό πρόγραμμα, το οποίο είναι υποχρεωμένος ο δάσκαλος να ακολουθήσει και κάποια σχολικά εγχειρίδια το οποία εκδόθηκαν από το Υπουργείο Παιδείας και οφείλει ο δάσκαλος να τα χρησιμοποιεί.

Στην Ελλάδα έχουμε παλιούς θεσμούς. Θεσμούς συντηρητικούς. Ένας από αυτούς είναι η μοναδικότητα του βιβλίου και η ισχύς που έχει το βιβλίο στον εκπαιδευτικό. Το βιβλίο είναι βίβλος για τον εκπαιδευτικό στην Ελλάδα. Και αυτό είναι αρνητικό. Ο δάσκαλος κινείται πάντα σύμφωνα με το βιβλίο και αυτό δεν του δίνει τη δυνατότητα να αυτενεργήσει, να δημιουργήσει, να βάλει σε ενέργεια τη φαντασία του και τη φαντασία των παιδιών. Κάνει καλό σε ένα νέο δάσκαλο. Είναι μπούσουλας, τον βοηθά να κινηθεί, είναι ενιαίο σε όλο το χώρο, αλλά από ένα σημείο και μετά, είναι δεσμευτικό και είναι και αλλοτριωτικό για τον εκπαιδευτικό.

Γράψατε και εσείς όμως ένα σχολικό εγχειρίδιο «ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ», που διδάσκεται στην πρώτη και την τρίτη τάξη του δημοτικού. Μέχρι τώρα, ποια είναι τα συμπεράσματα; Έχει καταφέρει το βιβλίο σας να αλλάξει το κλίμα; Τα παιδιά που το διδάσκονται, αγαπούν τώρα τα μαθηματικά περισσότερο; Αν ναι, υπάρχουν μετρήσεις που να το αποδεικνύουν;

Όταν ξεκινήσαμε να γράφουμε, όπως θα θυμάσαι γιατί συμμετείχες σ’ αυτό, είχαμε μεγάλο ενθουσιασμό. Είχαμε πρόθεση να βοηθήσουμε και όντως κάναμε ένα έργο, το οποίο ήτανε προχωρημένο για τα δεδομένα της Φλώρινας. Θυμάσαι ότι το δοκιμάσαμε στα σχολεία πιλοτικά, για πολλά χρόνια το βιβλίο. Ήμασταν αρκετά σίγουροι. Το γράψαμε με κέφι και νομίζω ότι ήταν καλό. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός, ότι έχουμε θετικές αντιδράσεις. Κανείς δεν εκφράζεται αρνητικά για το βιβλίο της πρώτης και της τρίτης. Στην αρχή βέβαια, επειδή μπήκαν όλα μαζί τα βιβλία υπήρχε μια γενική αναμόχλευση. Ζορίστηκε ο κόσμος. Δεν έπρεπε να μπουν όλα τα βιβλία μαζί. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μπήκανε βεβιασμένα. Ένα βιβλίο δεν μπαίνει έτσι. Ξεκινάει πρώτα από την πρώτη τάξη και αλλάζει χρονιά με τη χρονιά. Υπήρχε μια αναστάτωση στην αρχή, αλλά στη συνέχεια περάσαμε καλά. Τα βιβλία μας δεν έχουνε λάθη, είναι καλά. Αντιδράσεις υπήρχανε για τα βιβλία άλλων τάξεων. Τώρα μετρήσεις επίσημες, που να αποδεικνύουν αλλαγές στη στάση των παιδιών, ως προς το μάθημα ή οτιδήποτε άλλο, δεν υπάρχουν. Δυστυχώς, δεν λειτουργούν οι θεσμοί αξιολόγησης. Σε σοβαρές χώρες που μετρούνε την επίδοση, που μετρούνε τις αλλαγές, υπάρχουν κέντρα αξιολόγησης. Χτες συγκεκριμένα, ήμουν με ένα στέλεχος του παιδαγωγικού ινστιτούτου και του έλεγα: «Γιατί δεν μετράτε;» Οι θεσμοί υπάρχουν. Έχουμε το Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας, έχουμε το Κέντρο Αξιολόγησης στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και έχουμε και τη Στατιστική Υπηρεσία. Αλλά κανένας από αυτούς δεν έχει επίσημα στοιχεία. Αν κάποιος επισκεφτεί την ιστοσελίδα τους, θα βάλει τα κλάματα. Η κατάσταση είναι πρωτόγονη. Δεν έχουμε θεσμό που να μετράει την απόδοση των παιδιών και αυτό είναι το καλύτερο μέτρο για να κάνεις αλλαγές. Για να αλλάξεις την εκπαίδευσή σου, πρέπει να μετράς τι κάνουν οι μαθητές. Αυτό το πράγμα, δεν μετριέται στην Ελλάδα. Υπάρχουν οι ερασιτεχνικές μετρήσεις, σαν αυτές που κάναμε κι εμείς, σε μικρά δείγματα, αλλά δεν υπάρχουν οργανωμένες αξιολογήσεις. Αυτό είναι ένα τεράστιο κενό, το οποίο πρέπει να καλυφθεί. Δεν έχω στα χέρια μου μετρήσεις από τα παλιά βιβλία. Όλα όσα έχουμε, είναι εμπειρικές γνώμες. Δεν μπορώ επομένως να συγκρίνω και να πω με βεβαιότητα. Όμως θέλω να πιστεύω ότι προχωρήσαμε. Τα βιβλία είναι σύγχρονα. Το θέμα είναι να συγχρονιστούνε και οι εκπαιδευτικοί, γιατί βρίσκονται ακόμα στη φάση της προσαρμογής.

Τα «ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ» διδάσκονται στην πρώτη και στην τρίτη τάξη του δημοτικού σχολείου. Στη δευτέρα τάξη διδάσκεται το βιβλίο άλλου συγγραφέα. Είναι παιδαγωγικά ορθό αυτό; Δεν θα έπρεπε να υπάρχει μια συνέχεια στη διδασκαλία των μαθηματικών;

Όχι, δεν στέκει παιδαγωγικά! Το Υπουργείο παιδείας έκανε το διαγωνισμό για τη συγγραφή των βιβλίων. Εμείς είχαμε έτοιμα τα βιβλία και των τριών τάξεων. Το βιβλίο της δευτέρας, μας το κόψανε για μισή μονάδα. Έτσι πέρασε το βιβλίο άλλου συγγραφέα, αυτό που διδάσκεται τώρα… Δοκιμάστηκε στην πράξη και αποδείχθηκε ότι έχει πολλά λάθη και θα διορθωθεί, όπως και το βιβλίο της τετάρτης και της πέμπτης. Εμείς προτείναμε, επειδή παιδαγωγικά πρέπει να υπάρχει, όπως είπες, μία συνέχεια στη διδασκαλία, να αφήσουμε το βιβλίο της τρίτης και να διδαχθεί το δικό μας βιβλίο στη δευτέρα… Αλλά στο Ελληνικό δημόσιο για να κάνεις τέτοιου είδους παρεμβάσεις, είναι σαν να προσπαθείς να γυρίσεις έναν ταύρο ανάποδα, πιάνοντάς τον από τα κέρατα. Η πρότασή μας δεν πέρασε. Το βιβλίο μας είναι πολύ καλό. Είναι δοκιμασμένο. Τώρα διδάσκεται μόνο στα πειραματικά και είναι διαπιστωμένο ότι τα παιδιά ωφελούνται πραγματικά.

Σε ποια βασική παιδαγωγική αρχή στηρίζεται;

Η βασική αρχή, μπορώ να πω, ότι είναι η σύνδεση με την πραγματικότητα. Να κάνεις δηλαδή μαθηματικά, να βλέπεις πού εφαρμόζονται, αλλά να μη μένεις και στην πραγματικότητα. Δηλαδή, να έχει εφαρμογή, να ξέρεις το γιατί, να τα βλέπεις και ταυτόχρονα με αφετηρία αυτό, να κινείσαι προς την αφαίρεση. Έτσι κι αλλιώς πρέπει να κινηθείς αφαιρετικά, δεν το γλιτώνεις. Δεν μπορείς να μένεις συνεχώς στο παιχνίδι. Κάποια στιγμή πρέπει να προχωρήσεις και να πας στις αφηρημένες έννοιες. Να μάθει το παιδί να βλέπει πέρα από το συγκεκριμένο. Το στίγμα που δώσαμε εμείς – και εφαρμόστηκε και σε άλλες χώρες – ήτανε αυτό που λέμε «της φύσης και της ζωής». Προσπαθήσαμε να είναι ευχάριστα. Βέβαια αυτό έχει ακόμα δρόμο και έχει και μια δυσκολία, γιατί δεν ξέρουμε ακόμα τι είναι ευχάριστο στο παιδί. Δεν έχουν γίνει έρευνες που να αποδεικνύουν τι αρέσει στα παιδιά. Αυτό έχει επίσης μια δυσκολία γιατί είναι ένα σύνθετο ερώτημα. Αφορά αγόρια και κορίτσια, που εκ των πραγμάτων έχουν διαφορετικές προτιμήσεις. Έχουμε κοινωνικές διαφορές, ταξικές διαφορές, χωροταξικές διαφορές. Από την άλλη, τα διάφορα πλαίσια που θα χρησιμοποιήσουμε, τα παιχνίδια, οι ήρωες, τα προβλήματα, όλα αυτά έχουν και έναν παιδευτικό χαρακτήρα. Για παράδειγμα, αν ρωτήσουμε τα παιδιά να μας πουν ποιον ήρωα θέλουν να χρησιμοποιήσουμε, θα μας πουν το πόκεμον, τους Ρέιντζερς ή τον Χάρι Πότερ. Εμείς θα βάλουμε το πόκεμον; Θα βάλουμε τους Ρέιντζερ και τον Χάρι Πότερ στα προβλήματα; Στέκει παιδαγωγικά; Πολλοί λένε «ναι, στέκει». Οι παλαιότεροι δάσκαλοι λένε «όχι». Γενικά θέλει σκέψη. Και εγώ δεν ξέρω να απαντήσω με σιγουριά. Εκείνο που ξέρω είναι ότι πρέπει να κινηθούμε σε πολιτισμικά πρότυπα. Π.χ. όλοι ξέρουμε ότι στα παιδιά αρέσουν σίγουρα τα ζώα, γι’ αυτό κι εμείς βάλαμε ζώα. Βάλαμε τον αρκτούρο, που υπάρχει στο Νυμφαίο. Τον αργυροπελεκάνο της Πρέσπας, γιατί το συνδυάσαμε με τον τόπο. Βάλαμε φύση, βάλαμε περιβάλλον και ιστορία. Βάλαμε τον
Πυθαγόρα, την Υπατία, μορφές που ανέδειξαν το κεφάλαιο της ιστορίας των μαθηματικών και των επιστημών. Άλλωστε, μπορεί να είμαστε τελευταίοι στα μαθηματικά, αλλά έχουμε ισχυρή παράδοση σ’ αυτά, και δεν τα αναδεικνύουμε όσο πρέπει.

Το γεγονός ότι ένα παιδί είναι καλό στα μαθηματικά, σημαίνει ότι έχει υψηλό δείκτη ευφυΐας;

Όχι, δεν το νομίζω. Είναι τελείως ανεξάρτητο το ένα από το άλλο. Μπορεί σε κάποιο παιδί να μην αρέσουν τα μαθηματικά και να έχει υψηλό δείκτη ευφυΐας. Υπάρχουν βέβαια κάποιοι που είναι επαγγελματίες και παράγουν μαθηματικά, αλλά το ίδιο συμβαίνει και στη χημεία, και την τέχνη, και τον αθλητισμό. Το γεγονός ότι ένας πρωταθλητής τρέχει τα εκατό μέτρα σε 8΄΄ δεν σημαίνει ότι κανείς άλλος δεν μπορεί ή δεν πρέπει να τρέξει.

Προ ημερών τα παιδιά των σχολείων της πρωτοβάθμιας, πήραν μέρος στο διαγωνισμό που διοργανώσατε «ΤΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ». Ποιος ήταν ο στόχος του διαγωνισμού;

Το διαγωνισμό τον ξεκινήσαμε πριν τέσσερα χρόνια και είναι αυτό που λέμε, η δημοσιοποίηση, η εκλαΐκευση, αν θες, των μαθηματικών. Θέλαμε μέσω των παιδιών, μέσω των γονιών, να εκλαϊκευτούν τα μαθηματικά. Να γίνουν κάτι σαν παιχνίδι. Να παίξουν τα παιδιά. Κάτι σαν το σκάκι. Μαθαίνουν τα παιδιά σκάκι και διαδίδεται. Φεύγει μέσα από τους επίσημους θεσμούς. Τα παιδιά χαίρονται, νοιώθουν ότι είναι κάτι σημαντικό. Αρέσει και στους γονείς. Είναι ένας καλός θεσμός. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει ο ανταγωνισμός και αυτό δεν είναι πολύ ευχάριστο. Είναι δηλαδή ένας διαγωνισμός που αναδεικνύει τους καλύτερους. Αλλά κάπως έπρεπε να ξεκινήσει. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια, ήδη η ιστορία δείχνει, ότι οι μαθητές λύνουν διαφορετικά προβλήματα από αυτά που λύνουν μέσα στην τάξη. Συνηθίζουν να γράφουν σε τέτοιους διαγωνισμούς, αλλάζουν τόπο, έρχονται δηλαδή στο πανεπιστήμιο και γράφουν και αυτό από μόνο του είναι μια εμπειρία. Στη συνέχεια βραβεύουμε βέβαια τους καλύτερους, αλλά δίνουμε σε όλους βεβαίωση συμμετοχής και αυτό είναι μια ηθική ικανοποίηση για τα παιδιά. Πιστεύω ότι έχει βοηθήσει και ήδη βοηθάει ένα μεγάλο μέρος παιδιών, να δουν διαφορετικά τα μαθηματικά. Οι γονείς είναι θετικοί.

Είναι ίσως ο διαγωνισμός και ένας τρόπος, να δημιουργηθούν δεσμοί ανάμεσα στο πανεπιστήμιο και την τοπική κοινωνία.

Ναι, είναι και αυτός ένας τρόπος. Βέβαια εμείς το κάνουμε με πολλούς τρόπους. Τα βιβλία ήταν έναςτρόπος επαφής με την τοπική κοινωνία. Το γεγονός ότι τα βιβλία έχουν γραφτεί εδώ στη Φλώρινα, έχουν διδαχτεί πρώτα στα σχολεία της Φλώρινας, υπάρχουν σε όλα τα σχολεία της Ελλάδας και γράφουν επάνω, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, είναι μια τιμή για τους Φλωρινιώτες.

Θεωρείτε δηλαδή ότι ο πανεπιστημιακός θεσμός είναι ανοιχτός στην κοινωνία;

Όχι, το πανεπιστήμιο δεν είναι πολύ ανοιχτό. Εγώ θα το ήθελα ακόμη πιο ανοιχτό. Δεν είμαι ικανοποιημένος. Πρέπει να υπάρχει μια επικοινωνία. Δεν εννοώ να κατεβαίνω στο πεζόδρομο και να πίνω ουζάκι, και να με ξέρουν όλοι οι Φλωρινιώτες. Η επικοινωνία είναι και διανοητική. Ανοιχτό πανεπιστήμιο σημαίνει, να προωθήσουμε επιστημονικούς θεσμούς, να κάνουμε καινοτομίες, τουλάχιστον πανελλαδικά, να μη σου πω και παγκόσμια. Το πανεπιστήμιο δεν ανήκει στη Φλώρινα. Είναι εθνικό, είναι και παγκόσμιο. Το πανεπιστήμιο για να θεωρείται καλό, θα πρέπει να έχει αντίκτυπο και στο διεθνή χώρο. Όταν είναι καλά τοποθετημένο και στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όταν έρχονται Άγγλοι, όταν έρχονται Γάλλοι, όταν έρχονται Αμερικάνοι και αντίστοιχα
πηγαίνουμε και εμείς.

Η άποψη που επικρατεί στην τοπική κοινωνία είναι ότι είστε μια κλειστή… κάστα, που έχετε αναπτύξει ένα δικό σας γλωσσικό κώδικα επικοινωνίας, ο οποίος δεν είναι κατανοητός από τον απλό πολίτη. Λένε, πως και όταν «ανοίγετε τις πόρτες» στην κοινωνία, αδυνατεί να σας παρακολουθήσει, για τον απλούστατο λόγο, ότι δεν σας κατανοεί. Το χειρότερο δε είναι, ότι αδυνατούν (όπως μου ομολόγησαν), να σας παρακολουθήσουν και οι φοιτητές σας. Τι απαντάτε;

Ναι, συμβαίνει αυτό που λες. Είναι ένα δίπολο, που πηγαίνει από τη μία άκρη στην άλλη. Ο Νίτσε όταν δίδασκε σε ένα ακροατήριο που δεν τον καταλάβαινε έλεγε! «Είστε αγράμματοι, μην έρχεστε στα πανεπιστήμια, πηγαίνετε στα σπίτια σας». Θεωρούσε ότι η γνώση είναι για λίγους. Αυτή είναι η αριστοκρατική άποψη, αλλά είναι ακραία κατάσταση. Όταν οι φιλόσοφοι μιλούν μεταξύ τους, τότε μιλούν με τη γλώσσα της επιστήμης τους και δεν τους νοιάζει αν τους καταλαβαίνει ή δεν τους καταλαβαίνει κανείς. Όταν όμως καλείς το ευρύ κοινό και του μιλάς σε μια ακαταλαβίστικη γλώσσα, τότε όντως υπάρχει πρόβλημα. Υπάρχει πρόβλημα επίσης και μεγάλο, όταν δεν σε κατανοούν οι φοιτητές. Εκεί χάνεις. Εκεί υπάρχει αδυναμία επικοινωνίας. Για να μιλήσεις απλά, πρέπει να ξέρεις καλά και το αντικείμενο. Ο απλός λόγος είναι και σοφός λόγος. Πολλές φορές αυτός ο πιθηκισμός και ο παπαγαλισμός ιδεών και τσιτάτων, τα οποία είναι ξένα και τα οποία θα τα έλεγε και ένας πολιτικός της Καρδίτσας – είναι μία πατέντα στο λόγο, δείχνουν αδυναμία, δείχνουν και ανωριμότητα. Πρέπει όμως να τα ξεχωρίσουμε τα πράγματα. Υπάρχουν στιγμές που η επιστημονική κοινότητα έχει τη γλώσσα της και τον τρόπο σκέψης της… Όμως, θεωρώ ότι είμαστε σε μια φάση που ο κόσμος έχει βαρεθεί τα τσιτάτα, την ξύλινη γλώσσα, τα πολλά και κούφια λόγια και κρίνει τους πάντες ανάλογα με το έργο τους, το ήθος τους και την ιστορία τους.

Τα μαθηματικά κ. Λεμονίδη είναι τέχνη;

Σε ένα βαθμό είναι. Εξαρτάται από ποια πλευρά το βλέπει κανείς. Στην έρευνα των μαθηματικών μετράει το κατά πόσο έχεις έμπνευση και η έμπνευση είναι στοιχείο της τέχνης. Σαν διδασκαλία επίσης έχει στοιχεία τέχνης. Ο δάσκαλος πρέπει να ασκεί κάποιες τεχνικές για να μεταφέρει τα μαθηματικά. Εδώ μπαίνει το προσωπικό στοιχείο και αφού μπαίνει το προσωπικό στοιχείο υπάρχει μετάλλαξη. Τα μετασχηματίζει. Με αυτήν την έννοια είναι τέχνη. Όταν προσπαθεί κάποιος να λύσει ένα άλυτο πρόβλημα, ή να ανακαλύψει ένα καινούριο θεώρημα, όλο αυτό, είναι μια περίεργη κατάσταση. Είναι μια περίεργη σκέψη όπως και στη ζωγραφική. Έχεις αισθήματα! Δυνατά αισθήματα. Με τα μαθηματικά, είναι όπως στον έρωτα. Αν δεν τα αγαπάς, δεν μπορείς να εκφραστείς. Δεν μπορείς να τα διδάξεις καλά. Είναι Τέχνη.

Μια και αρχίσαμε να φιλοσοφούμε πέστε μου, αφού τα μαθηματικά είναι τέχνη και η μουσική είναι τέχνη, λογικά θα πρέπει και η μουσική να είναι μαθηματικά.

Βέβαια! Είναι μαθηματικά! Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγαλύτεροι μουσουργοί, έχουν σπουδάσει ή έχουν ασχοληθεί με τα μαθηματικά. Ο Σγούρος για παράδειγμα είναι μαθηματικός, ο Ξενάκης και ο Βαγγέλης Παπαθανασίου επίσης. Ο Πυθαγόρας ήταν ο πρώτος που συνέδεσε τους τόνους της μουσικής με τα μαθηματικά. Το πεντάγραμμο και η γραφή της μουσικής είναι άμεσα συνδεδεμένο με τα μαθηματικά, ως κλάσματα… ως σχέσεις… Αυτή η κανονικότητα και η αρμονία που υπάρχει στη μουσική, μοιάζει με την κανονικότητα και την αρμονία που υπάρχει στα μαθηματικά…

Ήταν πολύ ενδιαφέροντα όλα όσα μου είπατε κ. Λεμονίδη, σας ευχαριστώ πολύ!

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *