Αντιγόνη Λ. Τσάμη - Συνέντευξη

Συνέντευξη με την κ. Αντιγόνη Λ. Τσάμη (Λαογράφο – Συγγραφέα) – Α’ Μέρος

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην εβδομαδιαία εφημερίδα ΗΧΩ Φλώρινας την Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011.

Πρόσωπα & Ιδέες - Αυγή Κύρκου

Τα «Πρόσωπα και Ιδέες» σήμερα έχουν την τιμή να φιλοξενούν την κ. Αντιγόνη Τσάμη, γνωστή λαογράφο και συγγραφέα βιβλίων που αφορούν τα ήθη και τα έθιμα του τόπου και το Μακεδονικό αγώνα, μιας και η ίδια προέρχεται από οικογένεια Μακεδονομάχων. Η κ. Αντιγόνη όμως είναι και πολλά άλλα που δεν γνωρίζουμε. Γνωστές και άγνωστες πτυχές της ζωής της ξετύλιξε σε τούτη τη συνέντευξη η κ. Τσάμη, που σίγουρα θα τις βρείτε ενδιαφέρουσες. Καλή ανάγνωση.

Συνεντεύξεις - Πρόσωπα & ιδέες

Χαίρομαι που σας γνωρίζω κ. Τσάμη. Δεν είχε συμβεί να συναντηθούμε ποτέ, ούτε καν να βρεθούμε στον ίδιο χώρο. Πέστε μου, πώς είναι η καθημερινότητά σας;

Μπορώ να πω ότι είμαι πολύ καλά. Έχω βέβαια υποστεί ένα εγκεφαλικό, πριν από μερικά χρόνια που μου άφησε μια μικρή αναπηρία στα άκρα και δυσκολεύομαι να κινούμαι, αλλά είχα θέληση και το ξεπέρασα. Το πρωινό μου περνάει με τις δουλειές του σπιτιού. Από τις 5 το απόγευμα και μετά,γράφω. Μου αρέσει πολύ να γράφω. Αν μάζευα όλα όσα έχω γράψει από τότε που άρχισα, θα είχα συγκεντρώσει πολύ υλικό, τόμους ολόκληρους. Τα έσκιζα. Το μετανιώνω τώρα αλλά…

Έχετε χρόνο για τηλεόραση;

Μπα , μόνο ειδήσεις βλέπω και μια Αμερικάνικη σειρά τα «Ατίθασα νιάτα», κατά τα άλλα… σας είπα αυτό που μου αρέσει είναι να γράφω.

Γράφετε με το χέρι;

Με το χέρι, με το χέρι. Υπάρχει βέβαια και η αρθρογραφία μου στις εφημερίδες που είναι ένας ογκώδης φάκελος. Αυτά όμως τα δίνω σε φοιτήτριες και μου τα δακτυλογραφούν στον υπολογιστή.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Στο πρόσωπό σας συγκεντρώνονται πολλές ιδιότητες κ. Τσάμη. Είστε λαογράφος, συγγραφέας, ποιήτρια, ιστορικός, παραμυθάς! Με ποια ιδιότητά σας συστήνεστε, σ’ αυτούς που δε σας γνωρίζουν;

Με όλα αυτά, γιατί με όλα έχω ασχοληθεί. Και με τη συγγραφή και με την ποίηση και με τη Λαογραφία και παραμύθια έχω γράψει. Τι να σας πω; Έχω ζήσει και ιδεί πολλά. Την εφηβεία μου την έζησα μέσα στον πόλεμο. Όλες αυτές τις εμπειρίες τις μεταφέρω στα βιβλία μου.

Σε ποια από αυτές τις ιδιότητες είστε πιο κοντά;

Αυτό που αγαπούσα και αγαπώ και μ’ενδιαφέρει πραγματικά να ασχολούμαι είναι ό,τι έχει σχέση με το Μακεδονικό αγώνα. Μου αρέσει να διαβάζω, να ομιλώ και κυρίως να γράφω για το Μακεδονικό Αγώνα. Έχω γράψει πολλά βιβλία.

Πώς προέκυψε αυτό;

Τόσο ο πατέρας μου, όσο και ο θείος μου ήταν Μακεδονομάχοι. Ο θείος μου δε, ο αδερφός του πατέρα μου, σκοτώθηκε από τους αντιφρονούντας, τους κομιτατζήδες. Στο σπίτι που μεγάλωσα συζητούσαν πολύ γι’ αυτό και έτσι ασχολήθηκα μετη συλλογή στοιχείων… ακόμα ασχολούμαι…

Καμιά όμως από τις παραπάνω ιδιότητες δεν απετέλεσε επάγγελμα, εννοώ με την έννοια του βιοπορισμού.

Όχι, με όλα τα παραπάνω ασχολήθηκα από χόμπι. Το γράψιμο, μπορώ να πω, το είχα στο αίμα μου. Έγραφα από μικρή, στιχάκια, ποιηματάκια. Να φανταστείς όταν πήγα στο γυμνάσιο να δώσω εισαγωγικές, έγραψα μια έκθεση με θέμα την Άνοιξη και ένα ποιηματάκι σχετικό. Ο επιτηρητής, Χαραλαμπάκης ονόματι, που τη διάβασε με συνεχάρη και μου είπε «Μπράβο! Από αυτά που έγραψες και μόνο, περνάς».

Τι σπουδές έχετε κάνει;

Τι να σου πω τώρα… εγώ δεν τελείωσα τις σπουδές μου. Φοίτησα τρία χρόνια στη φιλοσοφική σχολή στη Θεσσαλονίκη και μετά διέκοψα…

Γιατί διακόψατε;

Προσωπικοί λόγοι… και άλλοι βέβαια αλλά… να, ήταν περίοδος του Εμφυλίου. Μια μέρα η Φιλοσοφική περικυκλώθηκε, έγιναν επεισόδια. Φοβήθηκα! Εγκατέλειψα τη φιλοσοφική και τη Θεσσαλονίκη και επέστρεψα. Μου άρεσε πάρα πολύ η ιστορία και η λαογραφία. Αυτά τα μαθήματα με ενδιέφεραν ιδιαίτερα.

Εγκαταλείψατε τις σπουδές σας για να ασχοληθείτε με τι;

Για ένα διάστημα μέχρι το 1946 δεν έκανα τίποτα. Μετά έγινα εθελόντρια νοσοκόμος. Υπήρχε μια σχολή στην οποία φοίτησα και αφού τελείωσα, δούλεψα πολύ σκληρά ως νοσοκόμος εθελόντρια. Δούλεψα και στο νοσοκομείο της Καστοριάς αλλά και εδώ στα δύο Νοσοκομεία, γιατί τότε στη Φλώρινα είχαμε δύο νοσοκομεία, ένα στρατιωτικό κι ένα Δημοτικό.

Αυτό γίνεται στη διάρκεια του Εμφυλίου;

Ναι, από το ΄46 μέχρι το ’49. Τινα σας πω; Το τι έχουν δει τα μάτια μου… γύρω γινόταν χαλασμός. Δουλέψαμε όμως με αυταπάρνηση όλες οι εθελόντριες νοσοκόμες. Στο νοσοκομείο της Καστοριάς ζήσαμε τραγικές στιγμές γιατί εβομβαρδίζετο συνεχώς. Δεν ξέρω ακριβώς το λόγο, αλλά αυτό ζήσαμε. Συνεχείς βομβαρδισμούς. Ήμασταν αναγκασμένες κάθε φορά να μεταφέρουμε τους τραυματίες στους ώμους, κάτω στα υπόγεια του νοσοκομείου. Περιθάλπαμε και στρατιώτες και αντιφρονούντες με τον ίδιο τρόπο, χωρίς καμία διάκριση. Πολλά τραγικά περιστατικά αντιμετώπισα, αλλά δε θα ξεχάσω έναν τραυματία που μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο της Φλώρινας. Πήγαινε με το αυτοκίνητο στις Κλεινές και πάτησε νάρκη. Ήμουν εγώ βάρδια όταν τον μετέφεραν. Δε θα το ξεχάσω ποτέ… Το πρόσωπό του ήταν τελείως παραμορφωμένο… έλλειπε η μύτη του, έλλειπε το σαγόνι του… ήταν σε απελπιστική κατάσταση. Ήταν η πρώτη φορά που δεν άντεξα και ξέσπασα σε κλάματα. Έζησα άσχημες καταστάσεις… ο πόλεμος είναι πολύ κακό πράγμα, ιδιαίτερα ο εμφύλιος πόλεμος! Κακό και για τις δύο πλευρές. Πολύ κακό! Τι να πω…!

Αυτή είναι μια ιδιότητά σας που δεν τη γνωρίζει ο κόσμος.

Γι’ αυτό σας λέω ότι έχω ζήσει πολλά. Επειδή με ρωτήσατε για το επάγγελμά μου… από το ’54 και μετά εργάζομαι στα «Σπίτια του Παιδιού» σαν «Αρχηγός».

Πώς σας επέλεγαν τότε;

Τυχαία έγινε, χωρίς να το επιδιώξω. Επί της Παύλου Μελά, εκεί που σήμερα είναι το βιβλιοπωλείο η «Γωνία», ήταν παλιά το γραφείο διαχείρισης των «Σπιτιών του Παιδιού». Εκεί εργάζονταν ένας γνωστός μου, ο Χριστόφορος. Πήγα με μια φίλη μου να τον επισκεφτώ και συνέπεσε να έχει έρθει από την Αθήνα η αρμόδια για την επιλογή των κοριτσιών που θα διορίζονταν στα «Σπίτια του Παιδιού». Ε, μας είδε, μας έκανε διάφορες ερωτήσεις, είδε το επίπεδό μας και έκρινε ότι ήμασταν κατάλληλες. Να πω την αλήθεια δεν το περίμενα αλλά μετά από δεκαπέντε μέρες, μου έρχεται ο διορισμός για το «Σπίτι του Παιδιού» στη Χρυσή Αριδαίας. Κάθισα τρία χρόνια, που ήταν πάρα πολύ ωραία χρόνια. Χρόνια χρυσά, όπως και το όνομα του χωριού. Χρυσοί και οι άνθρωποι. Πέρασα πολύ καλά.

Τι μου θυμίσατε! Είχαμε στο χωριό «Σπίτι του παιδιού». Έχω πολύ καλές αναμνήσεις!

Τα «Σπίτια παιδιού» ιδρύθηκαν από τη βασίλισσα Φρειδερίκη αμέσως μετά τον πόλεμο. Έγιναν με σκοπό να φροντίσουν, να περιθάλψουν τα παιδιά των ορεινών περιοχών. Επιτέλεσαν μεγάλο έργο.

Έγιναν και για να διαμορφώσουν συνειδήσεις, αλλά, όπως και να έχει εγώ και όλα τα παιδιά του χωριού, που ζήσανε την εμπειρία των «Σπιτιών» έχουμε πολύ καλές αναμνήσεις.

Ήταν πυρήνες πολιτισμού τα «Σπίτια Παιδιού». Δουλεύαμε , θυμάμαι, επί 24ώρου βάσεως. Μεγάλη προσφορά. Έχω γράψει και βιβλίο για το κομμάτι αυτό της ζωής μου. Οι άνθρωποι του χωριού, κάθε ηλικίας, συγκεντρώνονταν στα σπίτια. Κάναμε τα πάντα. Θυμάμαι ότι με καλούσαν για να κάνω ενέσεις πολύ συχνά. Δεν αρνιόμουν ποτέ. Είχα και την εμπειρία της εθελόντριας, οπότε… Μα μέρα ήταν, μα νύχτα, εγώ ήμουν εκεί, όπου με ζητούσαν. Πήγαινα να φανταστείς μέχρι τον Εξαπλάτανο, ένα χωριό πιο μακριά γιατί κι εκεί δεν υπήρχε κάποιος να τους φροντίσει. Μέχρι που κάποια στιγμή, άρχισα να μαθαίνω τις γυναίκες πώς να κάνουν ενέσεις. Στην αρχή πάνω σε πορτοκάλι μετά και σε μια άρρωστη γριούλα. Μάλιστα κάποιες από αυτές μετά δούλεψαν σε αγροτικά ιατρεία και άλλες έκαναν ενέσεις και έπαιρναν 5 δραχμές την ένεση. Τότε ήταν σημαντικό ποσόν. Όταν έφυγα… τι να σας πω…; Το λέω και συγκινούμαι… Μου επεφύλαξαν τα παιδιά και οι γυναίκες μεγάλη αποχαιρετιστήρια εκδήλωση. Μου έγραψαν και ένα λεύκωμα με ωραία λόγια… το έκοψα δεν το έχω πια… συγγνώμη… συγκινούμαι…

Είναι φυσικό… καταλαβαίνω…

Κάναμε και εκδρομές ωραιότατες. Ήμουν υπεύθυνη του προγράμματος «Γνωρίστε την Ελλάδα». Γεμίζαμε μέχρι και δέκα πούλμαν και πηγαίναμε σε ολόκληρη την Ελλάδα. Μια φορά μάλιστα κάναμε στάση στου «Λεβέντη» και με ξέχασαν εκεί. Έκανα ωτοστόπ… Σταμάτησα μια μερσεντές και τους πρόλαβα.

Εμείς είχαμε την κ. Χρυσούλα Μίχτη «Αρχηγό» και τον κ. Σωκράτη Ελευθερίου Γεωργοτεχνίτη. Και οι δυο ήταν εξαιρετικοί. Θυμάμαι χαρακτηριστικά τα μπισκοτολούκουμα και τη μαρμελάδα κυδώνι που τρώγαμε, τις αθλοπαιδιές, μετά τον Κυριακάτικο εκκλησιασμό. Τις θεατρικές παραστάσεις, τις Κυριακάτικες απογευματινές συγκεντρώσεις. Αργότερα, τα πρώτα φλερτ εκεί αναπτύσσονταν, χορεύαμε, βαλς… βάζαμε στο πικ-απ τα «Κύματα του Δουνάβεως»… ήταν υπέροχα…

Όλα αυτά γίνονταν… Οι νέοι τότε δεν είχαν και πολλές διεξόδους. Τα «Σπίτια» ήταν χώροι διασκέδασης και καλλιέργειας του πνεύματος. Φροντίζαμε για όλες τις ηλικίες, αλλά κυρίως νοιαζόμασταν πολύ για τα μικρά παιδιά. Θυμάμαι, όταν μετά από τρία χρόνια που ήρθα από τη Χρυσή στις Κλεινές, εκεί σε μια μεγάλη αίθουσα στρώναμε στο πάτωμα κουβέρτες και βάζαμε τα παιδιά το μεσημέρι να κοιμηθούν. Επειδή τους καλοκαιρινούς μήνες ανοίγαμε τα παράθυρα και είχε πολλές μύγες, παίρναμε κλωνάρια στα χέρια και τα κουνούσαμε πάνω από τα παιδιά για να μην τα ενοχλούν στον ύπνο τους. Το φαντάζεσαι; Κρατούσαμε τα παιδιά από το πρωί μέχρι το βράδυ. Τα ταΐζαμε πρωινό, μεσημεριανό, βραδινό και μετά έρχονταν οι μανάδες από τα χωράφια και τα παίρνανε χορτάτα και φροντισμένα. Δουλέψαμε πολύ και με ζήλο. Ο μισθός δεν ήταν και πολύ μεγάλος, μη νομίζεις!

Εκεί πρωτοδιάβασα τη «Διάπλαση των Παίδων». Ήταν το πρώτο ελληνικό παιδικό περιοδικό του Γρηγόριου Ξενόπουλου. Μας το μοίραζαν δωρεάν και το περίμενα πώς και πώς! Όπως και το άλλο παιδικό περιοδικό το «Σπίτι του Παιδιού». Τα μάζευα… έχω ακόμα μερικά…

Μόνο αυτά; Και άλλα πολλά προσφέραμε στον κόσμο της υπαίθρου. Με βρίσκουν ακόμα και σήμερα οι γυναίκες του χωριού και μου λένε: «Αχ, κυρία Τσάμη! Τι ωραία που περνούσαμε»! Κάναμε μαθήματα μαγειρικής, ταπητουργίας, ραπτικής, ανεβάζαμε θεατρικά… Μεγάλο έργο προσφέραμε τόσο εκεί, όσο και στα «Κέντρα Νεότητας». Έμεινα και δούλεψα και εκεί δέκα χρόνια, με την κ. Μέλε, την κ. Μήτκα…

Πέρασα και από εκεί, κ. Τσάμη, αλλά δεν ήταν και τόσο ευχάριστη εμπειρία… θα έλεγα ότι ήταν από τις πιο δυσάρεστες… ήταν λίγο σαν παρθεναγωγείο… οι επιτηρήτριες ήταν… πώς να το πω; Σκληρές… ιδιαίτερα η κ. Μήτκα…

Ναι αλλά πρόσφεραν στα παιδιά που κατέβαιναν από τα χωριά μόνα τους εδώ στη Φλώρινα να σπουδάσουν, φαγητό και βοήθεια στη μελέτη των μαθημάτων… Εγώ ανέκαθεν ήμουν πολύ ευαίσθητη στο θέμα των παιδιών. Πέρασα δύσκολα παιδικά χρόνια. Μεγάλωσα ορφανή και αυτό μ’έκανε να τα αγαπώ και να θέλω να τα φροντίσω… Για τέσσερα χρόνια έκανα και καθήκοντα κοινωνικής λειτουργού. Όταν εντόπιζα στο Κέντρο Νεότητας κάποια ιδιαίτερη συμπεριφορά, κάποιο παιδί μελαγχολικό, με εντολή της προϊσταμένης, πήγαινα στα χωριά με ένα τζιπ της «πρόνοιας», για να γνωρίσω το περιβάλλον που μεγάλωσε. Αν είναι φυσιολογικό, αν υπάρχει πρόβλημα, αν ο γονιός είναι μέθυσος, αν έχει υποστεί το παιδί κακοποίηση, αν έχει και τους δυο γονείς. Σε βεβαιώνω ότι σε πολλές περιπτώσεις ενισχύσαμε οικογένειες και βοηθήσαμε πολλά παιδιά. Πολλές φορές, όταν τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα τα απομακρύναμε από το οικογενειακό περιβάλλον. Είχαμε στείλει παιδιά στη Νεάπολη της Κρήτης…

Πολυποίκιλη η ζωή σας…

Πολυποίκιλη και πολυτάραχη… Πρέπει να σου πω ότι από τα Κέντρα Νεότητας με αίτησή μου μεταφέρομαι στη φοιτητική εστία… Μαζί μετην κ. Μέλε, βάλαμε τη βάση και δημιουργήθηκε η Τρίτη φοιτητική εστία. Υπήρχε μόνο ένας όροφος και μετά έγιναν άλλοι έξι. Παντού, όπου και να με καλούσαν πήγαινα. Είχα αυτό το στοιχείο, το εθελοντικό. Και εκεί τα πράγματα δεν ήταν καθόλου εύκολα. Είχαμε κάτω από την επίβλεψή μας 1600 παιδιά. Θυμάμαι το ’75, φιλοξενούσαμε φοιτητές, αγόρια και κορίτσια από την Ίμβρο, την Τένεδο, την Κωνσταντινούπολη. Διωγμένα παιδιά, πονεμένα, κακοποιημένες κοπέλες, τραγικές φυσιογνωμίες. Μας διηγούνταν οι κοπέλες με πόνο ψυχής, ότι είχαν βιασθεί από Τούρκους στρατιώτες μέσα στις εκκλησίες, μπροστά στην Αγία Τράπεζα και άλλα φρικτά παρόμοια περιστατικά. Μια κοπέλα μάλιστα, εξ’ αιτίας των όσων είχε υποστεί, έπαθε νευρικό κλονισμό και μου επιτέθηκε με ένα ψαλίδι. Πολλά… πολλά τέτοια…

Εδώ στη Φλώρινα νομίζω ότι όλες αυτές τις πλευρές της ζωής σας τις αγνοούν. Δίπλα στο όνομα Αντιγόνη Τσάμη βάζουν τη λέξη Λαογράφος.

Ναι έτσι είναι. Ασχολήθηκα πολύ και με αυτόν τον τομέα. Σας είπα ότι στο πανεπιστήμιο η ιστορία και η λαογραφία ήταν τα αγαπημένα μου μαθήματα.

Σίγουρα κάποια ερεθίσματα έγιναν η αιτία να ασχοληθείτε μετη λαογραφία. Ποια ήταν αυτά;

Το ’39, πήγαινα στην Πέμπτη Δημοτικού τότε, πριν ακόμα αρχίσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, βλέπαμε με τον αδερφό μου ότι ένας, ένας οι γέροι πεθαίνουν και ότι μένουν πίσω νέοι που δεν γνωρίζουν τα γεγονότα. Πηγαίναμε λοιπόν, στους γεροντότερους. Ο αδερφός μου ρωτούσε και εγώ έγραφα. Μάλιστα μου έλεγε: «Μη γράφεις τις λεπτομέρειες, γράφε τα πιο σημαντικά για να προλαβαίνεις και να μη χρειάζεται να διακόπτει την αφήγηση ο γέροντας». Έτσι συγκεντρώσαμε πολύ υλικό. Σταματήσαμε όμως γιατί άρχισε ο πόλεμος και ο αδερφός μου έφυγε. Αυτός μου εμφύσησε την ιδέα να αρχίσω να ασχολούμαι μετη συλλογή λαογραφικού υλικού. Έχω συγκεντρώσει όλα τα ήθη και τα έθιμα του χωριού. Όλη η ζωή του χωρίου είναι μια λαογραφία. Εγώ πρόλαβα και την έζησα. Είμαι 83 χρόνων, δεν είμαι και μικρή. Έγραψα τα έθιμα του γάμου, της βάπτισης, της γέννας, του θανάτου. Τα έχω γράψει όλα. Μετά το τέλος του πολέμου δε άρχισα να συλλέγω μόνη μου υλικό γιατί ο αδερφός μου είχε άλλες ασχολίες, εξ’ ίσου σημαντικές και χρήσιμες.

Όπως;

Είχε αναλάβει να οργανώσει σε συλλόγους τους Μακεδόνες αποδήμους. Έκανε ταξίδια στο εξωτερικό, Αμερική Αυστραλία, Καναδά… παντού και τους οργάνωνε! Υπήρχε σύλλογος, «Αποδήμων Μακεδόνων» με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Ο αδερφός μου ήταν πρόεδρος. Τώρα έχει καταργηθεί. Μάλιστα ένας σύλλογος Φλωρινιωτών στην Αυστραλία, νομίζω, φέρει το όνομα «Σύλλογος Φλωρινιωτών Στρατηγός Τσάμης». Μόνη μου, από εκεί και πέρα αρχίζω να συλλέγω όσα στοιχεία μπορώ και μάζεψα σας πληροφορώ πολλά. Έχω γράψει εφτά βιβλία με στοιχεία λαογραφικά που αφορούν το χωριό μου, το Πισοδέρι. Την ιστορία, τα ήθη, τα έθιμα, τα μνημεία, πολύ παλιές φωτογραφίες. Το Πισοδέρι δεν ήταν απλώς ένα χωρίο. Ήταν μεγάλο κέντρο. Είχε 2000 κατοίκους, είχε τέσσερις παπάδες. Η Φλώρινα ήταν οικισμός τότε. Το Πισοδέρι ήταν κωμόπολη. Να φανταστείς ότι δεν παντρεύονταν κοπέλες του Πισοδερίου με άνδρες από τη Φλώρινα ή από αλλού, παρά μόνο από το Πισοδέρι και Νυμφαίο.

Άσχημο αυτό, αλλά συνέβαινε παλιά με τις ράτσες κ. Τσάμη. Δύσκολα Βλάχος ή Αρβανίτης παντρεύονταν ντόπιο…

Ναι έτσι ακριβώς. Δεν το θεωρούσαν καλό.

Ευτυχώς η ζωή και ο έρωτας, είναι πάνω από ράτσες και τώρα πια αυτά δεν ισχύουν. Η λέξη Πισοδέρι είναι βλάχικη;

Υπάρχουν πολλές εκδοχές για την ετυμολογία της λέξης Πισοδέρι. Πισσαίον, ελέγετο, παλιά. Πισοδέρι σημάνει αυχένας, πέρασμα. Από την εποχή των Ρωμαίων επιλέγονταν οι πιο θαλεροί Μακεδόνες και τοποθετούνταν σαν φύλακες… Στην Περιοχή της Βίγλας επί τουρκοκρατίας, υπήρχαν, Πισοδερίτες, οι λεγόμενοι Δερβεντζήδες, που φύλαγαν το δερβένι, το πέρασμα και έπαιρναν φόρους. Υπήρχε ένας Δερβεντζής, ονόματι Μπόρτζης. Και μάλιστα ήταν μια διάδοχη κατάσταση, πήγαινε από πατέρα σε γιο. Από την εποχή των Ρωμαίων, με το δούνε και λαβείν, έμεινε και αυτό το Λατινογενές ιδίωμα, η κουτσοβλάχικη διάλεκτος. Σήμερα όμως συμβαίνουν πράγματα που είναι επικίνδυνα με τα ιδιώματα και σ’ αυτό φταίνε και οι μεγάλοι…

Ποιοι μεγάλοι;

Οι Βρυξέλλες…

Όταν λέτε «επικίνδυνα πράγματα» τι εννοείτε;

Θα σου αναφέρω ένα περιστατικό που συνέβη σ’εμένα. Ήρθε πριν από πέντε χρόνια ένας καλοντυμένος κύριος και μου έφερε ένα πακέτο χαρτιά που περιείχαν πολλές λέξεις βλάχικες, από το άλφα ως το ωμέγα. Μου είπε να τις μεταφράσω. Τον ρώτησα τι ακριβώς ήταν και μου είπε ότι είναι υπάλληλος σε μια υπηρεσία που έχει έδρα τη Θεσσαλονίκη. Του είπα να αφήσει τα χαρτιά και πήρα αμέσως τον ανεψιό μου και του ανέφερα το περιστατικό. Μου λέει: «Μην κάνεις τίποτα. Υπάρχει ένα γραφείο στη Θεσσαλονίκη όπου ερευνά για τυχόν μειονότητες».

Τα μεταφράσατε;

Όχι. Όταν ήρθε, του είπα ότι τα ανίψια μου τα κατέστρεψαν. «Κρίμα» μου λέει «γιατί αν τα μετέφραζες θα έπαιρνες 100 -200 χιλιάδες». Τον έδιωξα άρον, άρον. Και άλλα περιστατικά έχουν συμβεί. Με ρωτάνε διάφοροι: «Εσείς μιλάτε βλάχικα;». «Ναι» τους απαντάω «και βλάχικα μιλάμε και ελληνικά. Εκείνο που μετράει είναι η συνείδησή μας και αυτή είναι ελληνική» .

Εσείς έχετε ασχοληθεί με την περίοδο εκείνη τη σκοτεινή, του Μακεδονικού αγώνα στην αυγή του 20ου αιώνα όπου με πρόσχημα τη γλώσσα, χώρες όπως η Ρουμανία η Βουλγαρία, η Αλβανία, ασκούσαν συστηματική προπαγάνδα με την ανοχή του Οθωμανικού κράτους και προσπαθούσαν να προσηλυτίσουν Βλάχους, σλαβόφωνους , Αλβανόφωνους;

Θα σου πω αυτό. Εκείνη την περίοδο του Μακεδονικού αγώνα, το τι κάνανε οι Ρουμάνοι για να προσηλυτίσουνε Πισοδερίτες δε λέγεται. Δεν καταφέρανε τίποτα. Δίνανε λίρες χρυσές, μέχρι και τρεις χιλιάδες, για να τραβήξουν τον κόσμο, να τον οργανώσουν και να τον πάρουν με το μέρος τους. Είχανε φέρει δε μια πολύ όμορφη δασκάλα για να προσελκύσουν κόσμο και να ιδρύσουν Ρουμάνικο σχολείο.

Έστειλαν παιδιά στο Ρουμάνικο σχολείο οι Πισοδερίτες;

Πήγαν! Πήγαν δύο-τρία, από περιέργεια όμως, γιατί είχε διαδοθεί ότι ήρθε μια πολύ ωραία δασκάλα. Ο Παπασταύρος Τσάμης, ο θείος μου, τότε έλειπε στο Μοναστήρι. Όμως όταν ήρθε, μαζί με άλλους Μακεδονομάχους, το Γώγο Ανδρέα, τον πατέρα μου, το Χατζηκωνσταντίνου, έκαναν μια επιτροπή και είπαν ότι δεν έπρεπενα επιτρέψουννα γίνει κάτι τέτοιο στο χωριό και της είπαν να φύγει. Αυτή μάζεψε τα ρούχα της και έφυγε με ένα άλογο και δεν ξαναφάνηκε.

Εκεί σταμάτησε η Προπαγάνδα, στο Πισοδέρι;

Έγιναν διάφορα. Μετά από αυτό επιχείρησαν να σκοτώσουν τον Παπασταύρο. Σε μια περιοχή που λέγεται «βρύση του παππού», είχε το σπίτι του ένας Πισοδερίτης, ο Ρότσιας, που ο Παπασταύρος τον είχε περιθάλψει πολλές φορές. Σ’ αυτόν πήγε ένας Ρουμάνος και του πρόσφερε 3000 χιλιάδες λίρες για να του πει πότε πάει ο παπάς στη βρύση για να τον σκοτώσει. Ο Παπασταύρος συνήθιζε να πλένεται στη βρύση. Ο Ρότσιας αρνήθηκε να πάρει τα χρήματα και απείλησε το Ρουμάνο ότι θα τον καταδώσει στους Τούρκους. Τότε στο Πισοδέρι υπήρχε λόχος τούρκικος. Ειδοποίησε τον παπά να μην ξαναπάει στη βρύση και έτσι σώθηκε.

Υπάρχουν καταστάσεις κάποιου Μαργαρίτη, ο οποίος υπήρξε ο διαμεσολαβητής ανάμεσα στο Ρουμάνικο κράτος και τους εδώ ρουμουνίζοντες. Εκεί μπορεί να βρει κανείς στοιχεία για Δροσοπηγή, Νυμφαίο και Πισοδέρι. Για τη Δροσοπηγή, το γνωρίζω από τον πατέρα μου και άλλους χωριανούς μου, ότι υπήρχε σχολείο ρουμάνικο όπου φοιτούσαν παιδιά. Όχι πολλά, γύρω στα 15. Κάποια πήγαιναν γιατί υπήρχε ανέχεια και πείνα. Έλεγαν χαρακτηριστικά ότι στο Ρουμάνικο τρώγανε παντεσπάνι και στο Ελληνικό χυλό. Έδιναν δε, για κάθε παιδί που φοιτούσε, μια λίρα.

Α, ο Μαργαρίτης είναι γνωστός για τα ψεύτικα στοιχεία που έδινε. Τα παραφούσκωνε για να δείξει στο Ρουμανικό κράτος ότι υπάρχει αποτέλεσμα από την προπαγάνδα που γινόταν. Στο Πισοδέρι, στο Ρουμάνικο σχολείο, πήγαν μόνο τρία παιδιά. Και η μάνα μου πήγε… σας είπα, για να δει τη δασκάλα. Αλλά σχολείο, ποτέ δε λειτούργησε! Τους διώξανε. Υπήρχε μόνο μία οικογένεια η οποία εγκατέλειψε την Ελλάδα και πήγε στη Ρουμανία.

Ο Ανδρέας Ανδρέου, καθηγητής της Ιστορίας στο Παιδαγωγικό Τμήμα, σε συνέντευξη που μου παραχώρησε, πριν από δύο χρόνια, αναφερόμενος στον Κώττα και τον Παπασταύρο Τσάμη λέει ότι είναι και οι δύο, παρόμοιες περιπτώσεις. Παλεύοντας και οι δύο να εξισορροπήσουν ανάμεσα στον εθνοτισμό τους και τη σχέση τους με το ελληνικό κράτος – Σλαβόφωνος ο ένας, βλαχόφωνος ο άλλος – γίνονται θύματα. Τον έναν τον καταδίδει στους Τούρκους ο ίδιος ο Γερμανός Καραβαγγέλης και τον Παπασταύρο τον σκοτώνουν οι ρουμουνίζοντες. Ως πηγές αναφέρει Προξενικά έγγραφα και αλληλογραφία.

Οι πρόξενοι του Μοναστηρίου, εκτός από τον Ίωνα Δραγούμη, ήσαν όλοι τους ανίκανοι να είναι πρόξενοι. Αυτό το ξέρανε όλοι τότε, μαζί και ο Παπασταύρος Τσάμης. Ήθελαν να είναι πρόξενοι χωρίς να γνωρίζουν τι ακριβώς γίνεται. Ήθελαν να παρουσιάσουν έργο χωρίς να συμμετέχουν στο Μακεδονικό αγώνα. Έχουν γράψει ένα σωρό συκοφαντίες και ανακρίβειες για τον Παπασταύρο. Δε στέκουν αυτά που γράφουν. Ο ένας πρόξενος, ο Μπέζας, ήταν μεθύστακας. Ο άλλος ήταν νευροπαθής. Είχε νοσηλευτεί, έκανε θεραπείες στο εξωτερικό. Το έχω διαβάσει αυτό. Το σημαντικό είναι ότι έχει διαστρεβλωθεί πλήρως η αλήθεια. Δε θέλω να επεκταθώ άλλο. Ο Παπασταύρος αγαπούσε πάρα πολύ την Ελλάδα. Είχε μέσα στην ψυχή του την πατρίδα! Είχε ενθουσιασμό μεγάλο και ό,τι έκανε, δεν το έκανε για οφίκια. Ο Παπασταύρος πέθανε χωρίς να αφήσει ούτε μια δεκάρα. Και έπειτα, πού τους βρίσκουν τους ρουμουνίζοντες; Αφού ρουμουνίζοντες δεν υπήρχαν στο Πισοδέρι. Δεν πρέπει να λέγονται τέτοια ψέματα. Οι Πρόξενοι δεν ήταν αξιόπιστοι. Τα είχαν κάνει θάλασσα. Άλλα έλεγε ο ένας, άλλα έλεγε ο άλλος. Ο ίδιος ο Ίωνας Δραγούμης έγραφε στον Παύλο Μελά: «Δεν ξέρω από ποιους να φυλαχτώ. Κάνω ό,τι μπορώ.. αλλά υποπτεύονται ακόμα κι εμένα» . Όλοι βασίζονται στις επιστολές. Έχω κάνει ημερίδα στο πνευματικό κέντρο πριν από πέντε χρόνια γι’ αυτό το θέμα. Δε θέλω να επανέλθω. Ο Παύλος Μελάς εμπιστεύονταν τον Παπασταύρο Τσάμη. Υπάρχουν φωτογραφίες με ιδιόχειρή του αφιέρωση προς αυτόν… υπάρχει η αλληλογραφία του Παπασταύρου με τον Παύλο Μελά.

Θεωρείτε ότι έχουν ειπωθεί όλα γι’ αυτήν την περίοδο και ότι όλα όσα έχουν ειπωθεί αποτελούν ιστορικές αλήθειες;

(συνεχίζεται στο Β’ Μέρος…)

Δείτε το Β’ Μέρος |Γ’ Μέρος

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *