Γιαγιά με γάιδαρο

Στο παζάρι της Φλώρινας…

Μεγάλη χαρά αισθάνθηκα, όταν η γιαγιά μου, η μπάμπα Λαζουίτσα, μου ανακοίνωσε ότι το Σάββατο θα με έπαιρνε μαζί της στο παζάρι, εμένα ένα δεκάχρονο αγόρι (1950).

Φορτώσαμε τον γάιδαρο μας, τον Κίτσο, πραμάτια. Ζαρζαβάτια από τον λαχανόκηπο μας, ντομάτες, αγγουράκια, πιπεριές, σέλινο, μαϊντανό, πράσο… Έβαλε η γιαγιά μου το σαμάρι στο σέντελο και έναν κόκκορα και μια κότα με σφιχτοδεμένα τα πόδια τους… Εμένα με ανέβασε στα καπούλια του γαϊδάρου μας…

Χαρές, χαρές που έκαμα εγώ, θα πήγαινα πρώτη μου φορά στο παζάρι της Φλώρινας!! Θα μου αγόραζε εκεί σιμίτσε και κεμπάπια η γιαγιά μου, κεμπάπια με μπούκοβο!

Ξεφορτώσαμε την πραμάτια μας και τον γάιδαρο μας, το μαγκάρε, τον Κίτσο μας, τον οδήγησε η γιαγιά μου στην αυλή ενός σπιτιού, εκεί κοντά όπου αφήνανε τα ζώα οι χωρικοί, πλήρωναν φυσικά ένα ποσό για το πάρκινγκ του γαϊδάρου…

Κόσμος ερχόταν πολύς και όλοι ρωτούσαν:
– Πόσο γιαγιά οι ντομάτες;
– Έντνα ντρακμία όκατα (Μια δραχμή η οκά!)
– Πόσο τα αγγουράκια; Πόσο το σέλινο;
– Ντρακμία ι πόλ (Μιάμιση δραχμή)
– Αυγά γιαγιά έχεις;
– Αα, γιάιτσα, μάζιτε τία ίματ, μπάραϊτε οτ μάζιτε, τία ίματ γιάιτσα… (Α, αυγά, οι άντρες έχουν αυγά, ψάξτε στους άντρες, αυτοί έχουν αυγά…). Γιάιτσα γκόλι (αυγά γυμνά)… Πάρ’το αυγό και κούρευτο που λέμε εμείς οι νεοέλληνες…

Κάπως έτσι συναλλάσονταν η γιαγιά μου στο παζάρι, στο παζάρι της Φλώρινας… Κάποια στιγμή, τότε που ο ήλιος, μεσημέρι, με είχε βαρέσει στο κεφάλι, καθώς στεκόμουν όλη μέρα εκεί όρθιος, διψασμένος, νηστικός, κοιτάζοντας την κότα και τον κόκκορα μας που κείτονταν και αυτά εκεί μπροστά μου με σφιχτοδεμένα τα πόδια τους, με ανοιχτό το στόμα τους, θα διψούσαν, ρωτάω τη γιαγιά μου…

-“Μπάμπω! Έ μωρη μπάμπω…”, φωνάζω πιο δυνατά. Συνήθως έπρεπε με μεγάφωνο να μιλάμε στη γιαγιά μου για να μας ακούσει, μύρο στα κόκκαλά της…
– Αϊ μπρε πίλε σσο; (Α πουλί μου τι;)
– Γιατί οι κότες δεν έχουνε τσιτσάκια;!
– Ά μπρε πίλε, ότι πέτελο, νε έκει κεράκια (Ά βρε πουλί μου, διότι ο κόκκορας δεν έχει χεράκια…)

Κάποια στιγμή ήρθε και ένας κύριος ψηλός, όμορφος που είχε μπροστά και ένα δόντι χρυσό, φορούσε κόκκινο κουστούμι, ευπαρουσίαστος… Στάθηκε μπροστά στη γιαγιά μου και της λέει:

– Τι κάνεις κυρία Δήμητρα, πως είστε;
– Ά μπρε Κρίστο, ντεν έχει μπρακί (βρακί, δεν έχει βρέξει), ντεν μπαίνει το ντικέλι (το χώμα δεν σκάβεται)
– Ναι καιρό έχει να βρέξει… Ο κόκκορας, ενδιαφέρομαι για τον κόκκορα. Να μην είναι γέρος;
– Ά μπρε Κρίστο, βίντιο ου ζάμπιτε (δες τον στα δόντια). Τι σιζάμπαρ (εσύ είσαι οδοντίατρος), σσό γκέρος με βέλις ζα πέτελο; (τι γέρος μου λες για τον πετεινό;). Βοϊ τσελ ντεν ότ κοκόσκα να κοκόσκο σκόκα (Αυτός όλη μέρα από κότα σε κότα πηδάει)
– Ναι, ναι σε πιστεύω, είναι η αλλαγή, είναι το διαφορετικό. Με τη μασέλα σου πως τα πάς τώρα; Εντάξει; Έστρωσε; – Ά βιλίτσα τα (η μασέλα), γκα νόσα κόα όντα τσ’ρκφα (την φοράω όταν πάω στην εκκλησία)…

Έλλην-Πέλιν

ΥΓ: Γιατί οι παππούδες και οι γιαγιάδες μου δεν μπορούσαν να προφέρουν τους φθόγγους δ, θ, χ; Τι μπορεί σήμερα να αγοράσει κανείς με μια δραχμή, το ένα τριακοσιοστό περίπου του ευρώ; Γιατί οι νοτιοέλληνες καθώς μαθαίνουν Αγγλικά δεν προφέρουν σωστά τους φθόγγους τσσ (χοντρό), (chicken), τζζ (χοντρό);;!! σσ;!! ζζ (χονδρό)!!;;

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *