θέατρο - μάσκες

«Σαν αρχαία τραγωδία» – ΗΧΩλόγιο

Πώς είναι δυνατόν, αγαπημένοι μου, να τα έχεις όλα και να θέλεις να πεθάνεις; Είσαι, ας πούμε, ο διάσημος σεφ Άντονι Μπουρντέν, ο επίσης διάσημος ηθοποιός Ρόμπιν Γουίλιαμς ή ο τραγουδιστής Κέρτ Κομπέιν ή η σχεδιάστρια Κέιτ Σπέιν. Τα έχεις όλα! Έχεις όλο τον κόσμο! Και όλος ο κόσμος θέλει να σε έχει! Και εσύ αποφασίζεις να τον εγκαταλείψεις.

Αρνείσαι αυτό που οι περισσότεροι ποθούν. Τη ζωή. Όχι οποιαδήποτε ζωή. Μία ζωή σαν τη δική σου. Ζηλευτή! Οι ψυχίατροι, φυσικά, αυτά θα ξέρουν να τα εξηγήσουν καλύτερα. Δεν αυτοκτονούν, άλλωστε, όλοι για τον ίδιο λόγο. Κάποιοι είναι ψυχικά ασθενείς, άλλοι δεν μπορούν να διαχειριστούν μία κρίση, πολλοί προτιμούν τον θάνατο από μία ατίμωση.

Μπορεί η απάντηση να βρίσκεται στον Καρυωτάκη ή στον Μαγιακόφσκι. Μπορεί και σε κάτι πιο πεζό, όπως ένας τραπεζικός λογαριασμός ή ένα φθηνό σκάνδαλο. Ίσως να είναι στις γραμμές του Χέμινγουεϊ και στις λέξεις του Άρθουρ Κέσλερ.

Η Βιρτζίνια Γουλφ θα φώναζε μέσα από το σκοτάδι ότι δεν ήθελε να πέσει στο ποτάμι, αλλά την τράβηξε ο άλλος της εαυτός. Και ο Ναπολέων Λαπαθιώτης θα ομολογούσε τον πόθο του για τη συνάντηση με τον Θάνατο. «Κι όπως κυλά στα βάθη του κενού μου, σαν άστρο φλογερό στον άξονά του, δε νιώθω πια παρά το Νου μου στην Απεραντοσύνη του Θανάτου».

Εσύ, όμως, ρε φίλε είσαι ο Άντονι Μπουρτέν. Είσαι μαθημένος να ταΐζεις, να δίνεις, να οδηγείς στην ηδονή των γεύσεων, να σαγηνεύεις με κάτι τόσο πεζό όπως μία μπριζόλα. Είσαι 61 ετών, πλούσιος, αγαπητός. Έχεις άλλα είκοσι χρόνια ζωής μπροστά σου. Και μία κόρη. Εμείς ξέρουμε ότι, όταν έχεις παιδί, φοβάσαι δύο και τρεις φορές περισσότερο τον θάνατο. Αλλά τώρα είσαι ένας μάγειρας που έφυγε αφήνοντας το φαγητό στη φωτιά.

Οι παλιοί έλεγαν ότι «δεν υπάρχει γάμος δίχως δάκρυ και κηδεία δίχως γέλιο». Αυτά είναι τα δύο άκρα στα οποία μπορεί να φθάσει το ανθρώπινο πρόσωπο, ξεχειλώνοντας τα χαρακτηριστικά του. Είτε για να γελάσει δυνατά, ξορκίζοντας ακόμα και το πιο τραγικό γεγονός, είτε για να ξεσπάσει κλαίγοντας, αντιμετωπίζοντας με αυτόν τον τρόπο όλη την ένταση που του έφερε μια απρόσμενη ευτυχία.

Ο κόσμος, αγαπημένοι μου, όλο και περισσότερο, όλο και πιο επικίνδυνα, φοβάται αυτά τα δύο άκρα, γι’ αυτό και προτιμά να τα ξορκίσει κολλώντας πάνω τους ταμπέλες: αν είσαι πολύ χαρούμενος, είσαι σχεδόν χαζοχαρούμενος και μάλλον «τα έχεις όλα λυμένα» ή «τα ’χεις χαμένα ή κάτι δεν πάει καλά».  Αν πάλι ζεις ό,τι κακό σου συμβαίνει στις πραγματικές του διαστάσεις μιλώντας ανοιχτά γι’ αυτό, μάλλον τα παραλές, υπερβάλλεις, «είσαι drama queen».

Ο κοσμογυρισμένος σεφ και συγγραφέας Άντονι Μπουρντέν, με εκατοντάδες χιλιάδες φαν παγκοσμίως, είχε
ταξιδέψει παντού προκειμένου να μεταδώσει σε όλους, με χαρά μικρού εξερευνητή και σοφού παραμυθά ταυτόχρονα, την απόλαυση του καλού φαγητού και, κυρίως, της καλής παρέας. Πώς μπορεί να επιλέξει την «έξοδο» κάποιος που δήλωνε πανευτυχής στη θέα και μόνο ενός καλομαγειρεμένου κρέατος στη Γαλλία ή μιας γενναίας μερίδας γεμιστών στην Ελλάδα;

Η είδηση της αυτοκτονίας της αμερικανίδας σχεδιάστριας Κέιτ Σπέιντ σόκαρε πολλούς, κυρίως επειδή τα επιτυχημένα αξεσουάρ της ήταν μέσα στο χρώμα, αντιπροσώπευαν τη χαρά της ζωής. Ανάμεσά τους, και μία πιο casual πάνινη τσάντα με τυπωμένη τη φράση «Seize the day» (άδραξε τη μέρα).

Πώς λοιπόν μια γυναίκα που προέτρεπε τους πάντες να ζήσουν τη ζωή τους, αποφάσισε να βάλει τέλος στη δική της; Και μάλιστα διαλέγοντας να κρεμαστεί από ένα κόκκινο φουλάρι που έδεσε στο πόμολο της κρεβατοκάμαράς της;

Τη φράση αυτή, το «άδραξε τη μέρα», οι περισσότεροι τη μάθαμε από την εξαιρετική ταινία «Ο κύκλος των χαμένων ποιητών» του Πίτερ Γουίαρ, με πρωταγωνιστή τον Ρόμπιν Γουίλιαμς στον ρόλο του καθηγητή Κίτινγκ.

Ο Κίτινγκ μπαίνει σε ένα αυστηρό σχολείο αρρένων και διδάσκει στα παιδιά πώς είναι να αναζητάς τη δική σου αλήθεια. Σε εκείνη την ταινία, ένας μαθητής, ο Νιλ, αυτοκτονεί όταν ο αυστηρός πατέρας του δεν του επιτρέπει να γίνει ηθοποιός αλλά τον πιέζει μέχρι τέλους να γίνει στρατιωτικός, όπως και ο ίδιος.

Η αυτοκτονία του Ρόμπιν Γουίλιαμς, ο οποίος απαγχονίστηκε στις 11 Αυγούστου του 2014, είχε παγώσει τους πάντες: πώς είναι δυνατόν να αυτοκτονήσει ένας τόσο αστείος άνθρωπος; Αυτή ήταν η παγκόσμια απορία. Όλοι, αγαπημένοι μου, είχαν μπερδέψει τον ρόλο, με τον άνθρωπο. Δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν αυτά τα δύο.

Αν και, όσοι δεν αρκούνταν στην επιφάνεια, μπορούσαν να διακρίνουν την έμφυτη μελαγχολία του σπουδαίου
ηθοποιού ακόμη και στις πιο αστείες στιγμές του. Είναι το δάκρυ που καραδοκεί πίσω από κάθε χαμόγελο. Σαν τη διττή αρχαιοελληνική μάσκα, που απεικονίζει την κωμωδία και την τραγωδία, αιώνες προτού ανακαλυφθούν οι γελαστές και λυπημένες φατσούλες των ιμότικονς.

Γύρω από τέτοιες ιστορίες, αγαπημένοι μου, υπάρχουν πολλές άβολες για την κοινή γνώμη λέξεις. Η κοινή γνώμη, όμως, προτιμά να τις κρύψει μαζί με τους φόβους της όπως – όπως, σαν τις ακαθαρσίες κάτω απ’ το χαλί: κατάθλιψη, μελαγχολία, διπολική διαταραχή, ψυχοφάρμακα, κρίσεις άγχους.

Η αγωνία όλων είναι να στοιβαχτούν στο καραβάνι με τους «φυσιολογικούς», δαιμονοποιώντας οποιαδήποτε αντίδραση ξεφεύγει από το περίγραμμα. Κλαις πολύ; Γελάς πολύ; Μιλάς πολύ; Δεν μιλάς καθόλου; Θυμώνεις και ξεσπάς; Όλα αυτά είναι λάθος σύμφωνα με τον «μέσο άνθρωπο» που ορίζει ποια συμπεριφορά είναι νορμάλ
και ποια όχι και τόσο.

Οι αυτοκτονίες ανθρώπων που, είτε ήταν διάσημοι, είτε βρίσκονταν στο ευρύτερο κοινωνικό μας περιβάλλον και δεν είχαμε ως τότε ακούσει κάτι που να μαρτυρά την εύθραυστη ψυχολογική τους κατάσταση, συνοδεύονται από τέτοιου είδους κλισέ: «δεν του φαινόταν καθόλου… έδειχνε τόσο χαρούμενη… ήταν η χαρά της ζωής… ήταν η ψυχή της παρέας… τα είχε όλα, γιατί να κάνει κάτι τέτοιο;».

Πόσο επικίνδυνο είναι, αγαπημένοι μου, να βάζουμε ταμπέλες σε κοντινούς ή και μακρινούς μας ανθρώπους επειδή «φαίνονται» καλά, ενώ δεν έχουμε ιδέα πώς πραγματικά είναι. Οι «χαρούμενοι άνθρωποι» ίσως να είναι και οι πιο θλιμμένοι.

Το χαμόγελο συχνά χρησιμοποιείται ως μια απλή άμυνα, μια ασπίδα προστασίας για να αντέξεις τον έξω κόσμο, αλλά και όσα σε ταλαιπωρούν μέσα στην ίδια τη ψυχή σου. Στοιβαγμένη, λοιπόν, η φοβισμένη πλειοψηφία σε
αυτό το καραβάνι της κανονικότητας, κοιτάζει από απόσταση ασφαλείας, πότε με οίκτο και πότε με αποστροφή, όσους επέλεξαν να δώσουν μάχη – ακόμα κι αν αποβεί μοιραία- με τους δαίμονές τους.

Συναισθήματα όπως ο θυμός, ξεσπάσματα όπως το έντονο κλάμα, διώκονται από εκείνους που θεωρούν ότι είναι εντελώς φυσιολογικοί, ως ποινικά αδικήματα. Όμως το να απαιτείς από έναν άνθρωπο να μην εκφράζει όλα τα συναισθήματά του, ακόμα και τα πιο «ακραία», είναι σα να επιμένεις να του λες ότι δεν υπάρχει το κόκκινο χρώμα στη φύση, ενώ κρατάς στα χέρια σου μια παπαρούνα. Και κάπως έτσι, οι πιο εύθραυστοι άνθρωποι καταφεύγουν
στη δική τους αυτοσχέδια πανοπλία, που είναι το χαμόγελο.

Γιατί αυτοκτονούν οι χαρούμενοι άνθρωποι, αγαπημένοι μου; Ίσως επειδή ποτέ δεν ήταν τόσο χαρούμενοι όσο θέλανε να νομίζουμε. Και ίσως ποτέ δεν ήταν τόσο χαρούμενοι όσο θέλαμε εμείς να νομίζουμε.

Με αγάπη εύα

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *