Ποδήλατο - χωράφια

Ο ανεπιθύμητος εισπράκτορας – Π.Βότσης

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΜετά το 1912, που έφυγαν οι Τούρκοι από το χωριό μας, κάποια χωράφια είχαν πουληθεί από τους Τούρκους σε συγχωριανούς μας και τα συμβόλαια (ταπιά) είχαν συνταχθεί στη Μπίτολα (Μοναστήρι). Οι Τούρκοι μπέηδες ως αξιωματούχοι μετά την ήττα του Οθωμανικού κράτους αποχώρησαν από τη Μακεδονία και συνεπώς από το χωριό μας.

Η Μακεδονία μοιράστηκε ανάμεσα στις νικήτριες βαλκανικές χώρες κι έτσι ένα μέρος πέρασε στην ελληνική επικράτεια, ένα άλλο στη σερβική, ένα άλλο στη βουλγαρική και ένα ελάχιστο στην αλβανική.

Μέχρι το 1922 τα πράγματα ήταν φλου ως προς τις ιδιοκτησίες. Όταν όμως έγινε η ανταλλαγή των πληθυσμών με κριτήριο το θρήσκευμα, προέκυψε ένα πρόβλημα. Κάποιες ιδιοκτησίες δεν έπρεπε να αλλάξουν. Έτσι παρέμειναν ορισμένες ιδιοκτησίες Ορθόδοξων Χριστιανών στην Τουρκία και Οθωμανών στη Μακεδονία. Τα τσιφλίκια των δυο μπέηδων του χωριού μας θα παρέμεναν ως είχαν θα ήταν δηλαδή υπό οθωμανική ιδιοκτησία.

Οι μπέηδες όρισαν πληρεξούσιους για τη διαχείριση των τσιφλικιών που υποτίθεται ότι τους ανήκαν. Μάλιστα υπήρχε σοβαρή ένσταση ως προς τους τίτλους ιδιοκτησίας των μπέηδων.

Οι πληρεξούσιοι σε πολλές περιπτώσεις συμπεριφέρθηκαν πιο σκληρά από τους μπέηδες, γιατί ήξεραν τα τερτίπια των γεωργών που χρησιμοποιούνταν για να γλιτώσουν οι γεωργοί είτε το νοίκι είτε το χαράτσι.

Στο χωριό μας πληρεξούσιος του ενός των μπέηδων και μάλιστα αυτού που είχε τα περισσότερα κτήματα του Ριζά-μπέη ήταν ένας Βλάχος από το Μαγκάρεβο της Μπίτολα, κατεργάρης όνομα και πράγμα.

Οι λιγοστοί κάτοικοι μετά τον εμφύλιο, όταν τον είδαν να επισκέπτεται το σπίτι τους και να τους ζητάει το νοίκι (ούσουρ) παραξενεύτηκαν, γιατί νόμισαν ότι αυτό το θέμα είχε λήξει. Ο Α’ Παγκόσμιος, ο Β’ Παγκόσμιος, η Κατοχή, ο Εμφύλιος Πόλεμος και δυο εγκαταλήψεις του χωριού είχαν κάνει τους ελάχιστους πια κατοίκους που είχαν μείνει να ξεχάσουν τους Τούρκους μπέηδες.

Το χωριό, μετά τον Εμφύλιο, ξανακατοικήθηκε το Φθινόπωρο του 1952. Είαν οργωθεί και σπαρεί ορισμένα χωράφια από τους λίγους κατοίκους και νάτος ο πληρεξούσιος να ζητάει νοίκι από κάποια χωράφια ισχυριζόμενος ότι αυτά ήταν του Ριζά-μπέη.

Εκείνη τη χρονιά ήταν ζήτημα αν τρεις έως τέσσερις οικογένειες είχαν τη δυνατότητα να οργώσουν τα χωράφια τους ή άλλα, αφού δεν είχαν, οι πιο πολλοί, δικά τους υποζύγια. Με χίλια ζόρια εξασφάλισαν δανεικά υποζύγια και δανεικό σπόρο και μόνο έτσι κατάφεραν να’χουν την πρώτη τους σοδειά.

Οι περισσότεροι δεν του’δωσαν τίποτα, όχι από ιδεολογία ή αγωνιστική διάθεση αλλά γιατί δεν είχαν. Ορισμένοι του είπαν να φύγει από μπροστά τους και να μην τολμήσει να ξανάρθει γιατί κινδύνευε η σωματική του ακεραιότητα. Αυτός χρησιμοποίησε τους χωροφύλακες για να τους απειλήσει και ορισμένους τους έσυρε στα δικαστήρια. Χάριζε σε ορισμένους το νοίκι για να καταθέσουν ως μάρτυρες κατηγορίας και να ενοχοποιήσουν τους συγχωριανούς τους.

Ορισμένα λιβάδια που δεν χρειάζονταν και ιδιαίτερη περιποίηση, παρά μόνο πότισμα και θέρισμα, ο πληρεξούσιος άρχισε να τα φροντίζει μόνος του, δηλαδή να τα ποτίζει γιατί να τα θερίσει δεν μπορούσε. Πήρε έναν γάιδαρο για να πηγαίνει στα λιβάδια και στα χωράφια, κάποιος όμως συγχωριανός μας έδεσε τα μπροστινά πόδια του γαϊδάρου με αγκαθωτό σύρμα κι έτσι κούτσαινε σε ένα από τα μπροστινα πόδια.

Ο πληρεξούσιος αναγκάστηκε και πήρε ένα ποδήλατο και με αυτό πήγαινε στα λιβάδια και στα χωράφια. Μερικές φορές καθυστερούσε κι επέστρεφε το σούρουπο, οπότε ορισμένοι συγχωριανοί μας βάζανε κάθετα στο δρόμο σύρμα και καθώς ερχότανε με το ποδήλατο δεν έβλεπε το σύρμα και σωριαζότανε φαρδύς πλατύς στο δρόμο.

Τα παθήματα του με το ποδήλατο τον έκαναν να αρχίζει να φοβάται και αναγκάστηκε να βάζει άλλους να κάνουν τις δουλειές του, όμως καθώς ήταν και τσιφούτης δύσκολα έβρισκε ανθρώπους. Για να λύσει το πρόβλημα αρχικά έβαλε επιστάτη που έψαχνε για εργάτες, παζάρευε το μεροκάματο και περιφερόταν στα χωράφια με ένα αλογάκι πόνυ.

Ο επιστάτης αυτός ήταν ένας συγχωριανός μας, ο μπάρμπα-Ηλίας, παλιός αγροφύλακας. Οι συγχωριανοί μας όμως του αμολούσαν τα σκυλιά τους και έτσι τρόμαξε και δεν άντεξε σε αυτή τη θέση. Αναγκάστηκε τελικά να αλλάξει τη συμπεριφορά του μπαίνοντας στη μικρή κοινωνία του χωριού μας στεφανώνοντας νέα ζευγάρια και βαφτίζοντας τα παιδιά τους.

Μέχρι το 1963 είχε αρκετές δυσκολίες, γιατί όταν έγινε η διανομή των αγροκτημάτων στους κατοίκους, τα χωράφια αυτών που είχαν φύγει δόθηκαν στους ακτήμονες και αυτά των μπέηδων παρέμειναν και τα διαχειρίζονταν οι πληρεξούσιοι, οι οποίοι απέκτησαν και κάποιους τίτλους από τη Γεωργική Υπηρεσία κι άρχισαν να τα πουλάνε.

Και σήμερα που τον έχει αντικαταστήσει ο γιος του, είναι ανεπιθύμητος στο χωριό, όμως η επένδυση του πατέρα του σε κουμπαριές και βαφτιστήρια φαίνεται ότι κάπως απέδωσε γι’αυτόν…

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *