Σπαρμένο χωράφι

»Μα… είναι καλός άνθρωπος» (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - Σημείωμα«Οι Κομμουνιστές θέλουν να σας πάρουν τα χωράφια σας και τα σπίτια σας και ποτέ μη ξεχνάτε ότι αυτοί θέλουν να καταργήσουν την οικογένεια, τη θρησκεία και το κράτος…» (Συνηθισμένη φράση που ακούγονταν στη δεκαετία του ’50)

Ο ένας ορφάνεψε στα δεκατρία του, αφού τον πατέρα του τον σκότωσαν οι αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού. Καθώς ήταν και μοναχοπαίδι, έμεινε μόνος με τη μάνα του αναλαμβάνοντας τον ρόλο του άντρα της οικογένειας. Παντρεύτηκε στα είκοσι ένα του χρόνια, στα είκοσι δύο του ήταν πατέρας και δεν άργησε να γίνει πολύτεκνος, αφού μέχρι τα τριάντα τέσσερα του χρόνια είχε κάνει τέσσερα παιδιά.

Κάργα εθνικόφρονας – όχι ιδεολογικά αλλά συναισθηματικά – και οπλισμένος για πολλά χρόνια στα Τάγματα Εθνικής Ασφάλειας (ΤΕΑ). Τριγυρνούσε νυχτιάτικα μ’αλλους ομοίους του και φύλαγαν τα σπίτια και τα χωράφια μην μπουκάρουν από τη γειτονική κομμουνιστική Γιουγκοσλαβία και τους τα πάρουν… Οι Κομμουνιστές, καθώς τους το τόνιζαν κάθε φορά, είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της πατρίδας μας και του ελληνοχριστιανικού ιδεώδους.

Με εφ’όπλου τη λόγχη και τον γεμιστήρα στη τσέπη περιφέρονταν ο ήρωας μας μαζί με άλλους ένοπλους πολίτες σε κρύο και σε ζέστη. Επιπλέον ήταν προσκολλημένος στην Εκκλησία και πίστευε ότι ο Θεός αφιέρωνε αρκετές ώρες του 24ώρου για να ασχολείται μαζί του. Δεν επέτρεπε στα παιδιά του να κοιμηθούν αν δεν έκαναν την προσευχή τους κι αν καμιά φορά έρχονταν αργά στο σπίτι και τα παιδιά είχαν κοιμηθεί χωρίς να προσευχηθούν, τα ξυπνούσε και τα υποχρέωνε να προσευχηθούν και μάλιστα φωναχτά…

Στο τραπέζι αν δεν ακούγονταν πρώτα η προσευχή δεν έτρωγε κι ούτε επέτρεπε να φάνε οι άλλοι. Ο ίδιος βέβαια δεν ήξερε καμιά προσευχή και πριν μεγαλώσουν τα παιδιά του έβαζε τη γυναίκα του να προσεύχεται για λογαριασμό όλης της οικογένειας.

Ο άλλος ήταν από πολύτεκνη οικογένεια και επίσης βιοπαλαιστής με έξι παιδιά. Παντρεύτηκε στα είκοσι πέντε και πορευόταν στ ζωή δουλεύοντας στα χωραφάκια του και επίσης συμπλήρωνε το εισόδημα του κάνοντας τον πλανόδιο μανάβη. Έζευε τ’άλογα του, φόρτωνε τα μαναβικά στο κάρο και τριγυρνούσε στα χωριά του θεσσαλικού κάμπου είτε με κρύο είτε με λιοπύρι… Ο αγώνας του για να θρέψει την πολυμελή οικογένεια του καθημερινός. Έξι παιδιά από αυτόν περίμεναν. Είχε στρατολογηθεί κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου από τον Δημοκρατικό Στρατό, δήλωνε Κομμουνιστής και στον τόπο του τον φώναζαν Αντρόποφ.

Ο εθνικόφρονας Μακεδόνας είχε έναν γιο που σπούδασε στην Αθήνα οικονομικές επιστήμες και μετά τη στρατιωτική του θητεία μειωμένη ως παιδί πολύτεκνης οικογένειας – άρχισε να εργάζεται. Ο κομμουνιστής, ο Θεσσαλός, είχε μια κόρη που σπούδασε κι αυτή στην Αθήνα λογιστική και μετά τις σπουδές της εξασφάλισε μια δουλειά στην Αθήνα και έμεινε εκεί…

Ο γιός του εθνικόφρονα και η κόρη του κομμουνιστή γνωρίστηκαν την περίοδο που σπούδαζαν στην Αθήνα, κάνανε παρέα και ερωτευτήκανε καθώς δεν προφυλάγονταν από τις σαϊτιές του θεού έρωτα. Έτσι έκαναν σχέση και έγιναν ένα νεαρό και χαριτωμένο ζευγάρι… Δεν άργησε να γίνει και ο γάμος οπότε αντάμωσαν και τα συμπεθέρια. Ήπιαν, έφαγαν, χόρεψαν και γλέντησαν για τρεις ημέρες στο σπίτι του γαμπρού. Στο γλέντι ακούστηκαν μακεδονίτικοι σκοποί από το τοπικό μουσικό συγκρότημα οι οποίοι ενώθηκαν με τα θεσσαλικά τσάμικα και τα καραγκούνικα.

Ως γνωστόν στα γλέντια μιλάει και εκδηλώνεται μόνο το κρασί. Όλοι φίλοι, όλοι καλοί και δεν προέκυπταν διαφωνίες. Όσοι συμμετείχαν ήταν προετοιμασμένοι να περάσουν καλά και είχαν «φορέσει» τον καλό εαυτό τους. Οι δυο συμπέθεροι αν και κάθονταν δίπλα δίπλα δεν κατάφεραν να γνωριστούνε. Όταν τελείωσε ο γάμος τα παιδιά έφυγαν για την ανθρωποφάγο Αθήνα και οι δυο συμπέθεροι επέστρεψαν στα πόστα τους. Δώσανε όμως λόγο να βρεθούν μόνοι τους, να τα πιούνε και να τα πούνε…

Η μέρα του ανταμώματος τους δεν άργησε να φτάσει και νάτος ένα απόγευμα ο Θεσσαλός στο φιλόξενο σπίτι του Μακεδόνα συμπεθερου. Με χαρά αντάμωσαν, αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν και κάθησαν στο τραπέζι. Το κρασί έρεε άφθονο, μπρούσκο μακεδονικό για τον συμπεθερο Θεσσαλό ενώ ο Μακεδόνας συμπέθερος έπινε ρετσίνα με γκαζόζα. Τα ποτήρια όσο συχνά άδειαζαν τόσο συχνά ξαναγέμιζαν.

Από νωρίς το απόγευμα που κάθησαν στο τραπέζι σηκώθηκαν αργά το βράδυ, σχεδόν μεσάνυχτα και πήγαν για ύπνο. Και οι δύο φαίνονταν ενθουσιασμένοι από τη γνωριμία τους και καθώς ήταν επηρεασμένοι από τα γράδα του οινοπνεύματος γραδάρανε ο ένας τον άλλον σε πολύ υψηλή κλίμακα. Δεν πίστευαν ούτε ο ένας ούτε ο άλλος ότι είχαν ταιριάξει τόσο πολύ καθώς ήταν μεγαλωμένοι σε διαφορετικά μέρη, με άλλα ήθη και έθιμα και διαφορετικές νοοτροπίες…

Κι εκεί που πίστευαν ότι «ενώθηκαν» δυο εντελώς διαφορετικά σόγια διαψεύστηκαν! Πέσανε για ύπνο και πίστευε ο ένας για τον άλλον ότι ήταν πολύ καλός άνθρωπος. Πίστευαν ότι ήταν πολύ τυχεροί που είχαν συμπεθεριάσει. Ο κουνιάδος του Μακεδόνα συμπέθερου, όταν ο γαμπρός του του μίλησε με ενθουσιασμό για τον συμπέθερο του και πως με τη πρώτη ευκαιρία θα ήθελε και ο ίδιος να πάει στο χωριό του για να τα ξαναπούνε και να τα ξαναπιούνε, του αποκάλυψε ότι ο Θεσσαλός συμπέθερος ήταν δηλωμένος Κομμουνιστής και αντάρτης στον Εμφύλιο κι αυτό του το είπε περισσότερο για να τον «πειράξει».

Ο γαμπρός του έμεινε εμβρόντητος μπρος στην αποκάλυψη και με πρόσωπο γεμάτο απορία και φωνή σχεδόν σβησμένη μπόρεσε μόνο να ψελλίσει: – Μα… αυτός είναι καλός άνθρωπος!! Από τότε δεν βρέθηκε άλλη ευκαιρία να τα ξαναπούνε οι δυο συμπέθεροι ούτε να ξαναπιούνε και γιατί οι δουλειές τους ήταν πολλές αλλά και επειδή και οι δυο νωρίς νωρίς κοιμήθηκαν τον αιώνιο ύπνο… Ο καθένας θάφτηκε στα δικά του χώματα που ήταν ελαφριά για αυτόν.

Πέτρος Βότσης

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *