Καμινάδα

«Μαζέψτε τα ράμματα τώρα…” (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΗ Αχλάδα άδειασε κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο κι όταν αυτός έληξε, μερικοί Αχλαδιώτες που είχαν καταφύγει σε κοντινά χωριά επανήλθαν στο χωριό, ήταν όμως ελάχιστοι και η πολιτεία, για να πάρει ζωή το χωριό, έκρινε πως έπρεπε να δώσει σε ακτήμονες άλλων χωριών γεωργικό κλήρο από το κτήμα της Αχλάδας.

Τα χωράφια και τα σπίτια των φυγάδων είχαν δημευτεί κι ήταν πολλά. Έτσι ο γεωργικός κλήρος που δινόταν, συνοδευόταν και με έτοιμη κατοικία. Ένας από τους κληρούχους, ήταν ο μπάρμπα-Γιώργης από την Κέλλη που ήταν και μάστορας-οικοδόμος. Το σπίτι που του δώσανε μαζί με τον κλήρο ήταν στο Γιουρούκι, τον τρίτο και μικρότερο οικισμό της Αχλάδας.

Ο μπάρμπα-Γιώργης δεν άργησε να φτιάξει συνεργείο και να αναλαμβάνει το χτίσιμο σπιτιών, αχυρώνων και άλλων κτισμάτων. Παρόλο όμως που ήταν καλός μάστορας, φημιζόταν για τη μαεστρία του στο ψέμα και για την ελαφροχεριά του. Όταν κάποιος τον αποκάλυπτε, ο μπάρμπα-Γιώργης είχε μια αφοπλιστική δικαιολογία. Αν για παράδειγμα έκλεβε κάποιο γεωργικό εργαλείο και τον είχε δει κάποιος και τον μαρτυρούσε, η δικαιολογία του ήταν ότι το έκανε επίτηδες για να κάνει τον ιδιοκτήτη του εργαλείου νοικοκύρη, δηλαδή για να μην αφήνει εκτεθειμένα τα εργαλεία του και του τα κλέβουν.

Όταν ο μπάρμπα-Γιώργης τεμπέλιαζε στη δουλειά, έβρισκε πάντα τρόπο να ξεκουραστεί. Έτσι και κάποια μέρα όταν έχτιζε ένα σπίτι με το συνεργείο του, αυτό του μπάρμπα-Ηλία από τη Σέτινα, ήθελε να ξεκουραστεί. Σαν πρωτομάστορας έδωσε οδηγίες στο συνεργείο και είπε ότι θα πήγαινε στο καφενείο να τηλεφωνήσει στην Αλιστράτη Σερρών για μια νέα δουλειά.

Πήγε λοιπόν στο καφενείο αλλά εκεί παράγγειλε ένα τσίπουρο με μεζέ και κάθησε κάτω από τη σκιά της ψευδακακίας του μαγαζιού να ξεκουραστεί και να απολαύσει το ποτό του. Μετά το πρώτο τσίπουρο ήρθε και το δεύτερο κι όλα αυτά γίνονταν με πολύ αργό ρυθμό. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησε ότι έχει καθυστερήσει κι έψαχνε ποιά δικαιολογία να πει.

Φτάνοντας στο σπίτι που χτιζόταν, είδε το συνεργείο που δούλευε εντατικά κάτω από τον αυγουστιάτικο ήλιο και τους μίλησε σε τόνο προστακτικό και με ύφος αυστηρό:

«Μπέρτε κόντσιτε. Μα τηλεφωνησάα οντ Αλιστράτη ότι κε νι ντάατ 358,50 ντρακμίι γκιουντουλούκ. Μπέρτε κόντσιτε ι σέγκα μπέγκμα…” (Μαζέψτε τα ράμματα. Μου τηλεφώνησαν από Αλιστράτη ότι μας δίνουν 358,50 δραχμές μεροκάματο. Μαζέψτε τα ράμματα τώρα. Φεύγουμε).

Μόλις το άκουσε αυτό ο μπάρμπα-Ηλίας, έξαλλος έβαλε τις φωνές…

– Πως θα φύγεις; Εδώ κάναμε μια συμφωνία ότι θα μου χτίσεις το σπίτι κι εσύ λες να φύγεις;

Το σκέφτηκε λίγο ο μπάρμπα-Γιώργης και σε χαμηλό τόνο απάντησε στον μπάρμπα-Ηλία:

– Αλ μι σι πριάτελ κε τε σφρίσσα πρβεν τέβε ι σέτνε κε μπέγκμα (Επειδή είσαι φίλος, θα τελειώσω πρώτα με σένα και μετά θα φύγουμε).

Ο μπάρμπα-Ηλίας του απάντησε:

– Σφρσι πρβεν σο μένε ι σέτνε ισκοπατσέσει οντ ντέκα σάκας (Τελείωσε πρώτα με μένα και μετά ξεκουμπίσου και πήγαινε όπου θέλεις).

Ο μπάρμπα-Γιώργης έπιασε το μυστρί, ζήτησε λάσπη κι άρχισε να δουλεύει. Οι άλλοι του συνεργείου ξέρανε ότι έλεγε ψέματα αλλά κανένας τους δεν μίλησε. Στην Αλιστράτη βέβαια ποτέ δεν πήγανε κι ούτε ακούστηκε ξανά από το στόμα του μπάρμπα-Γιώργη. Η ιστορία αυτή όμως ακουγόταν για καιρό και ακούγεται ακόμα στα καφενεία…

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *