μπαλτάς

Μάρτυρας μου ο ήλιος (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΛέγανε πως ήταν αδελφικοί φίλοι και όλοι το ξέρανε. Ο ένας γνωστός χασάπης με το καλύτερο κρεοπωλείο στην πλατεία του χωριού. Ο άλλος μεγάλος ζωέμπορος. Ο ζωέμπορας συχνά πήγαινε στο χωριό του φίλου του χασάπη κι αγόραζε κοπάδια ολόκληρα που τα μεταπωλούσε ή τα έδινε στα σφαγεία της πόλης και πουλούσε τα σφάγια σε κρεατέμπορους σ’ όλη τη χώρα.

Μια φορά, ο ζωέμπορας έστειλε μήνυμα στον χασάπη με έναν συγχωριανό του, πως θα’ ρχόταν και θα αγόραζε τρία κοπάδια μοσχαριών απευθείας από τους στάβλους. Τα κοπάδια ήταν στα βοσκοτόπια του Καϊμάκτσαλαν, οπότε χρειαζόταν βοήθεια και ζητούσε να εξασφαλίσει άλογα για να ανέβουν στα βουνά.

Πράγματι, ένα απόγευμα έφτασε στο χωριό του φίλου του, του χασάπη, και πήγε κατευθείαν στο κρεοπωλείο. Κάθισε για ώρα εκεί και όταν έκλεισε το κρεοπωλείο πήγαν στο σπίτι του χασάπη, φάγανε, ήπιανε και πέσανε από νωρίς για ύπνο, αφού θα’ φευγαν χαράματα προς τα βοσκοτόπια του Καϊμάκτσαλαν για να βρεθούν στους στάβλους, πριν σκαρίσουν τα ζώα για βοσκή οι αγελαδάρηδες.

Το χάραμα ξεκίνησαν και μόλις που μπορούσαν να δουν μερικά μέτρα μακριά μπροστά τους. Η μέρα προχώρησε και ο ήλιος τους βρήκε πάνω στ’ άλογα, να πηγαίνουν με γοργό ρυθμό αρκετά ψηλά στα βουνά. Ο χασάπης πρότεινε να σταματήσουν για μια ανάσα και να ποτίσουν τα άλογα στο ρυάκι και έτσι κι έγινε, όμως τότε ήταν που μπήκε στο πειρασμό να κάνει περίεργες σκέψεις:

«Ο φίλος μου, για να μπορεί να αγοράσει τρία κοπάδια, σίγουρα θα’ χει πολλά λεφτά πάνω του. Αν του συνέβαινε κανένα κακό, τότε θα μπορούσα να πάρω εγώ τα λεφτά και δε θα χρειαστεί να ξαναδουλέψω στη ζωή μου…». Το σκέφτηκε από εδώ, το σκέφτηκε από εκεί και έκανε το κακό. Έβγαλε ένα κοφτερό χασαπομάχαιρο κι έσφαξε κυριολεκτικά τον φίλο του σαν τραγί. Εξάλλου, το ότι ήταν χασάπης τον βοηθούσε να κάνει τη δουλειά γρηγορότερα
και αποτελεσματικότερα.

Σε ελάχιστα λεπτά ο «φίλος» του κείτονταν νεκρός! Καθώς ξεψυχούσε ο ζωέμπορας, κοίταξε τον ήλιο που ανέτελλε και είπε: «Μάρτυράς μου ο ήλιος για ότι έγινε…» και έπειτα έσβησε. Ο χασάπης πήρε τα λεφτά και τον έσυρε και τον πέταξε μέσα σε μια σχισμή ενός βράχου κι επέστρεψε στο χωριό.

Σαν έφτασε στο σπίτι καβάλα στο ένα άλογο και έχοντας και ένα ακόμα άλογο χωρίς αναβάτη, τον είδε η γυναίκα του και τον ρώτησε που είναι ο φίλος του αλλά ο χασάπης απάντησε πως πήγε προς την αντίθετη μεριά του βουνού ακολουθώντας τα κοπάδια.

Από την επόμενη μέρα ο χασάπης άλλαξε ζωή. Πήγαινε αργά στο κρεοπωλείο, δούλευε λίγες ώρες και το απόγευμα δεν άνοιγε καθόλου. Πήρε και μια υπηρέτρια που ήταν η πιο γνωστή γλωσσοκοπάνα της περιοχής. Ζούσε πια όπως οι πλούσιοι. Απολάμβανε τη ζωή του χωρίς καμία στέρηση και χωρίς κανένα άλυτο πρόβλημα.

Ένα πρωινό παρήγγειλε στην υπηρέτρια να του ετοιμάσει ένα καϊμακλίδικο καφέ και κάθισε στο χαγιάτι του σπιτιού του να τον απολαύσει. Ρούφηξε λίγο από τον καφέ, άναψε κι ένα πούρο (είχε μάθει πως οι πλούσιοι καπνίζουν πούρα) και καθώς φύσαγε τον καπνό, το βλέμμα του έπεσε στον ήλιο που εκείνη τη στιγμή ανέτελλε και θυμήθηκε την ημέρα του φόνου. Εκείνη την ανατολή, εκείνο το πρωί που σκότωσε τον φίλο του.

«Χα, χα, χα…», άρχισε να γελά. «Ο μάρτυράς σου ο ήλιος κρατάει ακόμα το μυστικό του. Σε κανέναν και τίποτα δεν μαρτύρησε…», σκέφτηκε. Εκείνη τη στιγμή έτυχε να’ ναι η γυναίκα του πίσω του χωρίς αυτός να την έχει αντιληφθεί. Άκουσε το γέλιο και τα λόγια του και τον ρώτησε σε τόνο αυστηρό: «Γιατί γελάς και με ποιόν μιλάς;»

«Κάτι θυμήθηκα…», απάντησε κάπως ταραγμένος ο χασάπης. Η γυναίκα του συνέχισε: «Μα, έλεγες για κάποιο μυστικό και ότι κάποιος δεν το μαρτύρησε. Τι μυστικό είναι αυτό και ποιός δεν το μαρτύρησε;» Ο χασάπης ξεκίνησε τότε να λέει διάφορες ασυναρτησίες με αποτέλεσμα η γυναίκα του να καταλάβει ότι κάτι σοβαρό έκρυβε ο άντρας της. Τον πίεσε να της πει τι συμβαίνει αλλά ο χασάπης δεν παραδεχόταν ότι ήταν κάτι σοβαρό.

Οι δικαιολογίες του όμως ήταν τόσο χαζές που η γυναίκα του κατάλαβε ότι πρέπει να επιμείνει μέχρι να μάθει όλη την αλήθεια. Ο Αριστοφάνης με το έργο του «ΕΙΡΗΝΗ» έδωσε τη μέθοδο με την οποία μια γυναίκα μπορεί να πιέσει τον άντρα της. Τον έστειλε για ύπνο σε άλλο δωμάτιο και κλείδωσε την κρεβατοκάμαρά της. Το μέτρο απ’ ότι φαίνεται ήταν αποτελεσματικό και ο χασάπης δεν άντεξε και ομολόγησε.

Η υπηρέτρια είχε αντιληφθεί το όλο κλίμα που επικρατούσε στο σπίτι και είχε και τους δυο υπό στενή παρακολούθηση και κατάφερε να ακούσει ακόμα και την ομολογία του άντρα. Καθώς ήταν γλωσσοκοπάνα έμαθε τα καθέκαστα όλο το χωριό, έφτασαν τα μαντάτα και στη χωροφυλακή που τον συνέλαβε και το δικαστήριο τον έκλεισε ισόβια στη φυλακή.

Να λοιπόν που ο ήλιος μαρτύρησε το μυστικό κι επαληθεύτηκε το ρητό: «Ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον…»

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *