βόδια που οργώνουν

Θα’θελα βόδι να’μουνα… (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΚοιλάρφανο ήταν. Τον πατέρα του το σκότωσαν οι Τούρκοι. Ήταν το μικρότερο χαϊδεμένο παιδί της μάνας του. Όλα του τα’χε έτοιμα στο χέρι γι’αυτό ομολογούσε κι ο ίδιος πως τα παιδιά είναι ορφανά όταν ορφανεύουν από μάνα και όχι από πατέρα. Η φουκαριάρα η μάνα του έπρεπε να μεγαλώσει τα τρία ορφανά. Όταν στρατεύτηκε ο μεγάλος του αδελφός, αυτός ήταν ακόμα πιτσιρίκι αλλά έπρεπε να κάνει αντρικές δουλειές και κυρίως το όργωμα.

Όταν ήταν να πάει για όργωμα ή για να φέρει ξύλα από το βουνό, η μάνα του τον έντυνε όσο κοιμόταν «για να κοιμηθεί λίγο περισσότερο το μικρό», όπως συνήθιζε να λέει. Όλα έτοιμα του μικρού Γιώργη στο χέρι γι’αυτό ποτέ του δεν μπορούσε να βρει μόνος του όχι μόνο τα παπούτσια του (που τα’λεγε τσαρούχια) αλλά και τις κάλτσες και όλα τα υπόλοιπα ρούχα του.

Μικρός-μικρός πρόσεχε τα γουρούνια στο μπατζαριό και βάρεγε κοτάρα για ν’αρμέξουν στη στρούγκα. Λίγο μεγαλύτερος έβοσκε τα βόδια, έπειτα τα ζυγούρια κι με αυτά και με εκείνα έμαθε όλες τις αγροτικές δουλειές. Ήξερε να οργώνει, που είναι σχετικά απλό αλλά ήξερε και τη δουλειά του τυροκόμου από το χρόνο που πέρασε στο μπατζαριό. Έμαθε να οργώνει και το έκανε πολύ καλά.

Μην του τύχαινε όμως κάτι απροσδόκητο, έστω κι αν ήταν κάτι απλό αυτός πνιγόταν σε μια κουταλιά νερό. Η αδεξιότητα του ήταν τέτοια που ξέζευε τα ζώα και σταματούσε το όργωμα. Στα εικοσιένα πήγε στρατιώτης και σε μια άδεια που πήρε παντρεύτηκε τη γυναίκα που του’χε βρει η μάνα του. Μόλις απολύθηκε από το στρατό, δηλαδή στα εικοσιτρία, έγινε πρόεδρος της κοινότητας, θέση που διατήρησε για δώδεκα χρόνια μέχρι που τον έπαυσε ο δικτάτορας Μεταξάς.

Ακολούθησαν εξορίες, κατοχή, φυλακές εμφύλιος κι έτσι δεν πρόλαβε να γίνει ένας σωστός αγρότης όπως ονειρευόταν. Η αδεξιότητα του σχεδόν πάντα συνοδευόταν από μια αφηρημάδα παρατεταμένη. Για αλλού ξεκινούσε κι αλλού βρισκόταν. Ένα σωρό ιστορίες κυκλοφορούσαν στα καφενεία και στις παρέες, με υπερβολικές γαρνιτούρες, σχετικά με την αφηρημάδα του. Συχνά όταν περπατούσε στο δρόμο κουνούσε το κεφάλι του σαν να συνομιλούσε με κάποιον.

Οι συνομήλικοι του τον φώναζαν «γέρο» κι ας ήταν κάποιοι από αυτούς μεγαλύτεροι από αυτόν. Τον λέγανε έτσι γιατί ήταν γνώστης των πολιτικών και νομικών θεμάτων. Ήταν επίσης κομματάρχης ισχυρός, αφού μπορούσε να επηρεάσει πολλούς ψηφοφόρους κι έτσι τον ήξεραν και κάποιοι πολιτικοί και μερικοί «φρόντισαν» τόσο να εξοριστεί όσο και να φυλακιστεί. Από το 1940 μέχρι το 1950 βρισκόταν είτε στην εξορία είτε στις φυλακές ή και παράνομος χωρίς αστυνομική ταυτότητα.

Το 1950 επανήλθε στο χωριό και στη γεωργία. Επειδή ήξερε ότι δεν του φτουρούσε η δουλειά που έκανε, δούλευε πολλές ώρες για να προλάβει να έχει αποτέλεσμα από τη δουλειά. Την ελάχιστη αποδοτικότητα του την αναπλήρωνε η γυναίκα του που είχε πολλαπλάσια αποδοτικότητα από αυτόν. Τα πολύ μικρά παιδιά του χωριού τον ακολουθούσαν για να τον βλέπουν να κουνάει τα χέρια του και το κεφάλι του σαν να συνομιλούσε με κάποιον. Έπειτα τα παιδιά τον μιμούνταν.

Τα λίγο μεγαλύτερα όταν άφηνε στο χωράφι το αλέτρι με το ζυγό του’κρυβαν κάτι και ιδιαίτερα τις ζεύγλες κι όταν αυτός επέστρεφε δεν τις έβρισκε κι αφού δεν μπορούσε να τις φτιάξει, είτε έφευγε άπραγος για το σπίτι, είτε έψαχνε στα διπλανά χωράφια κι αν κάποιος είχε αφήσει το ζυγό τις αφαιρούσε. Φρόντιζε να ειδοποιήσει αυτόν από τον οποίον είχε πάρει τις ζεύγλες, λέγοντας του χαρακτηριστικά πως δεν ήταν ξερά τα χέρια του και για αυτό δεν μπορούσε να τις φτιάξει αλλά πως ήταν τόσο απλό να τις φτιάξει! Οι γείτονες του στα χωράφια όταν κάτι τους έλειπε ήξεραν ποιός το είχε αφαιρέσει και ολοι τους τον αντιμετώπιζαν με χιούμορ.

Οι αδεξιότητες του και τα παθήματα της αφηρημάδας του ήταν συχνά αντικείμενο συζητήσεων στα καφενεία και στα γιορτινά τραπέζια μέχρι που ένας βάρδος του σκάρωσε και τραγούδι:

Θα’θελα βόδι να’μουνα, να μ’όργωνε ο Γιώργης,
Σαν μ’εζευε για όργωμα, τη ζεύγλα πρώτα θα’σπαγα,
και σε λιβάδια σκιερά, την μπάκα μου θα γέμιζα.
Κι όταν εκείνος ‘ρχότανε, και στο ζυγό με έβαζε,
στροφές πολλές θα έκανα, και ποιός το δεσμό θα έλυνε;

«Ο Τάνες!», απαντούσαν μ’ενα στόμα μια φωνή όσοι άκουγαν το τραγούδι, ο οποίος ήταν ο επιδέξιος στ’αγροτικα μεγαλύτερος αδερφός του.

Ήταν πενήντα οκτώ χρονών όταν ο μεγαλύτερος γιός του τον πήρε στην Αθήνα μ’όλη την οικογένεια. Αρχικά δεν έκανε τίποτα, έμαθε όμως να κάνεις κάποιες τραπεζικές συναλλαγές και να πληρώνει ταμεία όπως των μηχανικών, το ΙΚΑ, το ΤΕΒΕ και άλλα. Έτσι καθημερινά βρισκόταν στην επιχείρηση του γιού του.

Τα δέκα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο χωριό αλλά όχι όλο το χρόνο γιατί το φθινόπωρο κατέβαινε στην Αθήνα, με εξαίρεση τα έξι τελευταία χρόνια που έμενε όλο το χρόνο στο χωριό, όπου τον φρόντιζε η κόρη του.

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *