Δάκρυα - μάτι

Δάκρυα μιας ορφανής

Κοσμίδης Κοσμάς12 Φεβρουαρίου, ημέρα μνήμης, και η εκκλησία, η πολιτεία, συμπολεμιστές, συγγενείς και φίλοι, εκεί στο ιερό αιματοβαμμένο στρατιωτικό κοιμητήριο Φλώρινας, μ’ ένα ταπεινό κεράκι στο χέρι, θα θυμηθούν, θα τιμήσουν
τους αγαπημένους ήρωες νεκρούς μας.

Μα σήμερα, ένα παιδί που θρηνεί κάθε φορά που διαβάζει στον ξεθωριασμένο πέτρινο σταυρό το όνομα του πατέρα του, θα ταξιδέψει στο μικρό σπιτάκι όπου γεννήθηκε, εδώ στην άκρια της πατρίδος, στη Φλώρινα, στην αγκαλιά της μάνας, των αδελφάδων και του πατέρα του.

Εκεί όπου όλα είναι ωραία και αστραφτερά και λάμπει από πάστρα και ευωδιά το φτωχικό και τριζοβολάει στο τζάκι το βρεγμένο κούτσουρο και ψήνονται τα κάστανα στη θράκα και ψιλοκαίγονται οι πατάτες μες στη χόβολη και τα 6 αδερφάκια γύρω από το σοφρά παίζουν πεντόβολα πάνω στην κουρελού και στη φλοκάτη.

Κι όταν ανοίγει η πόρτα η χαμηλή και μπαίνει σκύβοντας ο άγγελος -πατέρας με την αστραφτερή στολή του στρατιωτικού, πανέμορφος, προστάτης, δυνατός… ε τότε γίνεται χαμός! Και η μανούλα, σκυμμένη στο τσουκάλι κρυφοκοιτάζει χαμογελώντας, μα συνεχίζει τις τηγανίτες να ετοιμάζει. Και η χαρά, η αγάπη, η λατρεία γεμίζει το σπίτι, ξεχύνεται μες στην αυλή, μες στο χωριό, στον κήπο, στο ποτάμι και φτάνει ως τον ουρανό, ως τ’ άστρα.

Μα εκεί, στην κορύφωση της ευτυχίας, κάτι γίνεται και όλα γκρεμίζονται… Πώς; Γιατί; Χάνεται ο πατέρας, χάνεται η μάνα, πέφτει η καταχνιά, παγώνουν τα χαμόγελα στα χείλη, μας κυκλώνει το κρύο, σβήνει το όνειρο… Και το παιδί, το τρελαμένο από το χαλασμό και τη φωτιά, αυτό το αγόρι, αυτή η κόρη, παύει να είναι η Μαρία, ο Παναγιώτης, το Λενιώ και γίνεται απλά… το ορφανό.

Σηκώνεται αμήχανο, κοιτάζει γύρω μπερδεμένο… πού είσαι μάνα μου; Πατέρα έλα! Σε περιμένουν τα δυο χέρια μου απλωμένα. Στον ώμο σου θέλω πάλι να ανέβω από ψηλά τον κόσμο να αγναντεύω. Τα χέρια όμως που βλέπω
δεν είναι δικά σου, δεν είναι της μάνας μου, όμως με πιάνουν, με απομακρύνουν από τα αδελφάκια μου, με ξεριζώνουν από τη γωνιά μου!

Η χήρα και τα ορφανά τηςΚλείνω τα μάτια μου… όχι δεν γίνεται, δεν το μπορώ, δεν το ζω! Πού είσαι ήλιε μου, πού είστε ευωδιές του κήπου μου, που είσαι ουρανέ μου, πού είσαι ΘΕΕ ΜΟΥ;

Τρέχουν τα δάκρυα, θολώνουν τα τζάμια του στρατιωτικού αυτοκινήτου που μέσα βρίσκομαι. Είναι και άλλα παιδάκια, κλαίνε και αυτά. Μας πάνε σε ιδρύματα: Παιδούπολη Αγίας Όλγας (Οικοκυρική Φλώρινας), Αγία Ειρήνη, Παπάφειο Θεσσαλονίκης, Ορφανοτροφείο Καστοριάς. Κάποιοι μας μιλούν, μας δίνουν φαγητό, καθαρό κρεβάτι, μας μαθαίνουν γράμματα, ίσως και λίγα ψίχουλα στοργής, συμπόνιας, ίσως λίγη αγάπη.

Μα εγώ δεν νιώθω, δεν ακούω, δεν τους κοιτώ… μένω ένα πληγωμένο, θυμωμένο, πονεμένο παιδί με ένα μεγάλο ερωτηματικό στο βλέμμα… ΓΙΑΤΙ; Γιατί εσείς οι τρανοί, οι δυνατοί, γιατί τόσες μαυροφορεμένες μάνες, τόσες διασκορπισμένες οικογένειες, τόσα πληγωμένα ορφανά, γιατί κάνατε τόσο κακό στη δική μου πατρίδα;

Πατέρα μου δε σας ξεχνώ. Σας αγαπώ.

Κοσμίδου – Σαββίδου Ελένη
Εκπαιδευτικός
Κόρη του Κοσμίδη Κοσμά από Πολυπλάτανο Φλώρινας

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *