Αγελάδα σε στάβλο

Αφού επιμένεις, τηγάνισε μου τρία αβγά… (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΑν δεν υπάρχει χαζός σ’ένα χωριό οι χωρικοί φροντίζουν και φτιάχνουν χαζό... ΦΘΑΡΜΕΝΗ ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΟΙΜΙΑ

Καλό παιδί ο Τάσκος. Ορεινός τύπος και με ωραίο παράστημα. Ήταν όμως αγαθός και οι συγχωριανοί ισχυρίζονταν ότι δεν του «κόβει». Κρίμα σε αυτό το ωραίο κεφάλι να μην υπάρχει δράμι μυαλό. Η μόνη δουλειά που μπορούσε να κάνει ήταν να βόσκει ζωντανά και έτσι τώρα τελευταία ήταν ο αγελαδάρης του χωριού. Νάτος μια μέρα στον καφενέ του χωριού. Μόλις τον είδαν οι θαμώνες, τον καλημέρισαν και τον κάλεσαν κοντά τους για να διασκεδάσουν μαζί του και να του κάνουν καμιά πλάκα.

– Πως από εδώ Τάσκο; Τι τα΄κανες τα γελάδια; Ρώτησε ενας θαμώνας.
– Πήγε ο πατέρας μου σήμερα. Εμένα με πονάει το μάτι και περιμένω να’ρθει ο γιατρός. Σήμερα δεν έρχεται στο χωριό μας; Είπε ο Τάσκος…
– Το δεξί ή το αριστερό σε πονάει; Τον ρώτησε επίτηδες κάποιος της παρέας, γιατί ήξερε ότι ο Τάσκος δεν γνώριζε ποιό είναι το δεξί και ποιό το αριστερό.
– Να αυτό, είπε ο Τάσκος και έβαλε το ένα χέρι του πάνω στο πονεμένο μάτι.
– Άκουσε εδώ Τάσκο. Αν θέλεις να γειάνει το μάτι σου γρήγορα, θα πρέπει να βυζάξεις από πρωτόγεννη γυναίκα κι αφού βυζάξεις να σου στάξει μερικές σταγόνες στο πονεμένο σου μάτι.
– Και θα γίνει καλά; Ρώτησε με πολύ ενδιαφέρον ο Τάσκος…
– Αμέσως σου λέω, στο πιτς φυτίλι!
– Υπάρχει πρωτόγεννη γυναίκα στο χωριό μας; Ρώτησε ο Τάσκος.
– Όχι. Θα πας στο διπλανό χωριό που είναι και μεγαλύτερο και σίγουρα θα υπάρχει. Άντε πήγαινε ρώτα και θα βρεις…

Ο Τάσκος πετάχτηκε σαν ελατήριο και ξεκίνησε για το διπλανό χωριό, ενώ οι θαμώνες γελούσαν για την «επιτυχία» τους. Ο Τάσκος ήταν αγαθός δεν ήταν όμως άτυχος. Μόλις μπήκε στο χωριό σ’ένα από τα πρώτα σπίτια είδε ένα μωρό στην αυλή και μια γυναίκα που έπλεκε τσορόπια. Μπήκε στην αυλή απρόσκλητος και είπε στη γυναίκα τι ακριβώς έψαχνε. Η γυναίκα τον κοίταξε καλά-καλά, τον ζύγισε, τον γραδάρησε και της άρεσε.

– Είσαι τυχερός παλικάρι μου, αφού εγώ είμαι πρωτόγεννη και θα σου κάνω τη χάρη. Κρίμα δεν είναι να πονάς; Αφού μπορώ να σε γιατρέψω, θα το κάνω με μεγάλη ευχαρίστηση. Είπε η γυναίκα.
– Σ’ευχαριστώ. Θα είμαι υποχρεωμένος απέναντι σου, της απάντησε ο Τάσκος.
– Ας περάσουμε όμως μέσα, γιατί εδώ έξω θα μας δούνε και θα μας παρεξηγήσουν συνέχισε η γυναίκα.
– Όπως νομίζεις, είπε ο Τάσκος κι ακολούθησε μέσα στο σπίτι τη γυναίκα.

Μπήκανε μέσα λοιπόν, η γυναίκα ξεκούμπωσε τον κόρφο της, ξάπλωσε στο κρεβάτι και τον κάλεσε να βυζάξει… – Μα, πως θα βυζάξω ξαπλωμένος, καλύτερα να σηκωθείς, είπε ανυποψίαστος ο Τάσκος. Όρθια καλύτερα. Ο Τάσκος εντελώς απονηρευτος θήλασε κι από τους δύο μαστούς, σκουπίστηκε με το χέρι του και κάθησε. Η γυναίκα είχε φουντώσει.

– Μήπως θελεις και τίποτα άλλο; Ρώτησε τον Τάσκο.
– Ναι, να μου στάξεις γάλα στο πονεμένο μου μάτι, είπε ο Τάσκος.
– Ξάπλωσε, του λέει η γυναίκα κι έπεσε πάνω του για να τον στάξει.

Ο Τάσκος παρέμενε ψύχραιμος και ασυγκίνητος και όταν η γυναίκα κατάφερε και του έσταξε γάλα και έπειτα σηκώθηκε.

– Σε ευχαριστώ για όλα αυτά που έκανες για μένα. Της είπε ο Τάσκος
– Μήπως θέλεις και τίποτα άλλο; Ξαναρώτησε η ξαναμμένη.
– Ναι, λίγο νερό γιατί δίψασα. Η γυναίκα του έφερε νερό κι αφού το ήπιε ο Τάσκος, πάλι τον ρώτησε:
– Μήπως θέλεις και τίποτα άλλο; Μόνοι μας είμαστε, άντρας εσύ, γυναίκα εγώ και ο σύζυγος θ’αργήσει να γυρίσει σπίτι.
– Όχι, δεν θέλω κάτι άλλο, είπε ο Τάσκος.
– Για σκέψου, νέος άντρας είσαι κάτι θα ήθελες από μια γυναίκα, συνέχισε εκείνη.
– Ε αφού επιμένεις τόσο, τηγάνισε μου τρία αβγά. Η γυναίκα του έκανε αβγά, ο Τάσκος τα έφαγε κι αφού ευχαρίστησε, πήρε το δρόμο της επιστροφής και κάθε τόσο καθώς βάδιζε μονολογούσε… «πρώτη φορά είδα τόσο καλή γυναίκα…»!

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *