Τζίμης Πανούσης

«Έχουμε πόλεμο, μην το γελάς μωρό μου…» – ΗΧΩλόγιο

«Έχουμε πόλεμο, μην το γελάς μωρό μου…»
( από τον δίσκο του Τζίμη Πανούση «μουσικές ταξιαρχίες», 1984)

Λένε, αγαπημένοι μου, ότι στις νεκρολογίες πρέπει να βαδίσεις παράλληλα με τη ζωή του εκλιπόντος. Πως πρέπει να την αφηγηθείς και να σηματοδοτήσεις τους πιο σημαντικούς σταθμούς. Όχι πια, όχι σήμερα που και η μνήμη είναι… Google. Όχι όταν πρόκειται για τον Τζίμη Πανούση. Η ζωή του Τζίμη είναι εκεί έξω σε χιλιάδες φωτογραφίες και βίντεο, σε χιλιάδες στίχους, σε δεκάδες συνεντεύξεις.

Αυτό που προσπαθώ να κάνω σήμερα σε αυτό εδώ το σημείωμα είναι να καταλάβω και να περιγράψω τι ακριβώς ήταν ο Πανούσης. Να τον βάλω μέσα σε λέξεις και κώδικες που αντιλαμβανόμαστε όλοι. Δεν είναι εύκολο. Όχι μόνο επειδή υπήρχαν στιγμές που ήθελες να τον αγκαλιάσεις και άλλες στιγμές που ήθελες να τον πνίξεις. Είναι επειδή το καλούπι που τον έφτιαξε έσπασε αμέσως μόλις βγήκε ο Τζίμης στη σκηνή.

Υπάρχουν μερικά τραγούδια που λες ότι ο καλλιτέχνης τα φύσηξε με την πνοή του, τα έκανε μπουκάλι να κλείσει μέσα τη ζωή του: «Ο λάκκος με τ’ αστεία που σκάβω από παιδί, η τέλεια ληστεία που έχω σκαρφιστεί, με σφίγγει σαν παπούτσι ντόπιο και μπαλωμένο, στο χείλος του Ζαλόγγου το τέλος περιμένω. Θέλω να πέσω μέσα, σε χάχανα και γέλια να πνιγώ. Να γίνω πριγκιπέσα, της μάνας μου τα ρούχα να φορώ. Να χαθώ.». «Με δώρο μια κιθάρα, ασπίδα του μπαμπά, που πήραμε δεκάρι, στα μαθηματικά, τα πρώτα τραγουδάκια με στίχους τολμηρούς, με διώχνουν από κύκλους, αντιστασιακούς.»

Τα τραγούδια που αναφέρονται στον ίδιο, θαρρώ πως ήταν τα καλύτερα που έγραψε, όσο και αν στη ραδιοφωνική μνήμη θα μείνουν περισσότερο το «Κάγκελα παντού», “Είμαστε η αδικημένη γενιά του ’60/ δίχως κατοχή και πείνα/ χωρίς ρετσίνα”και το «Νεοέλληνας». Τα πιο όμορφα τραγούδια ο Τζίμης τα κράτησε για τον εαυτό του. «Το τσίρκο που `χω στήσει, το υπόγειο μαγαζί, βουλιάζει και με παίρνει και μένανε μαζί. Βουτάω το μαύρο χιούμορ σε έγχρωμη οπή και δάχτυλο Κυρίου μου γνέφει σιωπή».

Κάποτε τον είχαν πιέσει οι δημοσιογράφοι: «Ας πούμε Τζίμη ότι μπορείς να κρατήσεις μόνο ένα τραγούδι σου και όλα τα άλλα θα σβηστούν, ποιο θα διάλεγες;» Η αλήθεια είναι ότι σε εκείνη την κουβέντα ζορίστηκε. «Εντάξει ναι, το «Γυφτάκι» καλό είναι, αλλά και η «Ανακωχή» δεν είναι πολύ καλή;» Καλή είναι. Όπως το Δελτίο Ταυτότητας που βγάζεις όταν είσαι μαθητής και το κρατάς για χρόνια:«Πλέκω στιχάκια με κάποιο χιούμορ, με αρχή και τέλος για τον Αίσωπο. Νιώθω σαν κάτι γκομενούλες του ’40 που πλέκαν κάλτσες για το μέτωπο».

Όλο αυτό, αγαπημένοι μου, με δύο λέξεις είναι ο Τζίμης Πανούσης. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στην ανατολή της δεκαετίας του ’80, μία κασέτα βρισκόταν σχεδόν σε όλα τα καρότσια των πειρατών-εμπόρων που έβγαζαν μεροκάματο στα Πανεπιστήμια. Στη ράχη της έγραφε «Μουσικές Ταξιαρχίες»και εθεωρείτο «απαγορευμένη»

Όμως, και αν ακόμα δεν μπορούσες να την αγοράσεις, είχες σίγουρα κάποια φίλη ή φίλο να στη δανείσει για να την αντιγράψεις. Η κασέτα ήταν περιζήτητη για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος ήταν η μουσική. Ήταν ένας καινούργιος ήχος. Ο δεύτερος λόγος ήταν οι στίχοι. Όχι μόνο επειδή δεν περιέγραφαν έρωτες και «αδιέξοδα», αλλά και επειδή περιείχαν βωμολοχίες ή, τέλος πάντων, λέξεις που, με τα δεδομένα της εποχής, δεν χωρούσαν σε μία κανονική εμπορική ηχογράφηση.

Μετά, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, η ίδια κασέτα έγινε δίσκος και οι επίμαχες λέξεις καλύφθηκαν με μπιπ. Αργότερα τα τραγούδια επανακυκλοφόρησαν χωρίς λογοκρισία. Και ο Τζίμης Πανούσης, ο καλλιτέχνης που έβαλε τα Εξάρχεια σε εμπορική συσκευασία, έγινε διάσημος και μαζί με τη δημοφιλία του μουσικού απέκτησε και την ασυλία που απολαμβάνουν οι σατυρικοί καλλιτέχνες.

Από τότε ο Τζίμης έγινε πολλά πράγματα. Έγινε Ροκ διαφυγή της εξωσυστημικής Αριστεράς, έγινε ματιά έξυπνη και κυνικά διεισδυτική στον κόσμο, έγινε αυτοσαρκαστικός μονόλογος, έγινε άλλοθι του μικροαστού θαμώνα, απενοχοποιημένη ωδή στον ελληνισμό και στις παραδόσεις του, έγινε ανοιχτή αποστροφή προς την παγκοσμιοποίηση. «Της κοιμισμένης νεολαίας ξυπνητήρι, η τελευταία σταγονίτσα στο ποτήρι. Ρούφα με πιες με ακροατή μου στην υγειά σου, να μεταλάβεις τον Τζιμάκο στην κοιλιά σου». (ούζο power)

Πολιτικά, ο Πανούσης ανήκε κάπου στον χώρο της πατριωτικής εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς (δικός μου ο προσδιορισμός), σε έναν κόσμο όπου ο Βελουχιώτης συναντά τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και μάχονται μαζί τους προσκυνημένους. Ταυτοχρόνως, όμως, ήταν βαθύτατα συντηρητικός στα «εθνικά» και κυρίως στα της παράδοσης. Τη μία ήταν στα Εξάρχεια και την άλλη τρύπωνε στην παρέα του Γκάτσου. Φλέρταρε με το λαϊκό και το ανατολίτικο. «Σαν τον Σαμουήλ στο Κούγκι μπαίνω μέσα στο μπουζούκι με ταξίμια, με φυτίλια με βυζαντινά καντήλια. Στο βυζί του αμπαρωμένος θα πετάξω το καπάκι, κάλλιο να ‘μαι πεθαμένος παρά Αμερικανάκι». ( Σαν τον Σαμουήλ στο Κούγκι)

Ο ίδιος έλεγε ότι περιμένει από την Αριστερά να βγάλει τον κόσμο στον δρόμο για τη μεγάλη ανατροπή. Δεν δίσταζε μπροστά σε αδυναμίες, κι όπως γινόταν ανελέητος και βωμολόχος με πρόσωπα και συνοδοιπόρους του, άλλο τόσο κάρφωνε την ιδεολογική του καταγωγή. «Κατάγομαι κι εγώ από μια οικογένεια ταλαιπωρημένη για μια ιδέα, όπως τόσες άλλες ελληνικές, κι έχεις όλους αυτούς τους τύπους να την εκμεταλλεύονται για να κοροϊδεύουν την κοινωνία. Σκεφτείτε ότι η πρώτη διάσπαση έγινε γιατί οι μεν ήταν με τον Αντρόποφ και οι δε με τον Τσαουσέσκου! Και τώρα θέλουν όλοι πάλι να γίνουν αρχηγοί…», είχε πει λίγο πριν από την κρίση στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία».

Από τότε το ύφος του στις συνεντεύξεις άρχισε να αλλάζει. Λιγότερα τα αστεία, πιο σοβαρός ο ίδιος. Άρχισε να μιλάει και για τις δικές του ρωγμές, τα παιδιά του, όσα τον τρόμαζαν γύρω του. Ο Τζίμης έχει γράψει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, τρεις υπέροχες ηθογραφίες των ’80ς. Τα τραγούδια «10.000 watt» (Οχι άλλο Νταλάρα), «Φασμπίτερ και ξερό ψωμί»και «Ο Κάιν ζει», περιγράφουν με τον πιο εύστοχο τρόπο την αλλαγή δέρματος που υπέστη η Ελλάδα εκείνη την εποχή.

Μετά, η καλλιτεχνική δημιουργία πέρασε σε δεύτερη μοίρα καθώς βγήκε μπροστά η ιδιότητα του δημοσιολόγου. Είχε φτάσει να παίρνει τρελά λεφτά στο ραδιόφωνο. Έλεγε ο ίδιος χαρακτηριστικά: «Εγώ έτσι χτυπάω τον καπιταλισμό, ξέρεις πόσα τους παίρνω;» Τα άξιζε! Όχι μόνο γιατί τα έφερνε πίσω, αλλά επειδή η εκπομπή του ήταν ένα κέντημα, φτιαχνόταν στο χέρι. Γραφόταν λέξη προς λέξη σε ένα τετράδιο.

Τελευταία, ο θάνατος του αδερφού του τον είχε σφραγίσει. Υπέφερε με όσα έβλεπε γύρω του και τον πλήγωναν οι άστεγοι, η ανεργία των νέων παιδιών και του γιου του, η μεταμόρφωση και η έπαρση της αριστεράς. «Κάποτε, οι αριστεροί έκαναν και αυτοκριτική!» έλεγε σε συνέντευξή του το καλοκαίρι. Αυτός ο επαγγελματίας βωμολόχος –όπως αυτοχαρακτηριζόταν– δεν σταματούσε πουθενά, κι όμως τα βρήκε σκούρα το καλοκαίρι παίζοντας τον Τρυγαίο στην Επίδαυρο. «Δυσκολευόμουν να τα πω», παραδεχόταν, όταν συνάντησε τον αθυρόστομο λόγο του Αριστοφάνη.

Ο Τζίμης Πανούσης, στην ουσία ήταν γλυκός και ευγενικός άνθρωπος, συνεσταλμένος, σχεδόν ντροπαλός. Ένα βιβλίο με πολλές αναγνώσεις, μία εικόνα που αλλάζει μπροστά σε κάθε ζευγάρι ματιών. Τον περασμένο μήνα, μετά την κατάρρευσή του στη σκηνή στο «Κύτταρο», έγραψε στην ιστοσελίδα του: «Πήγα για τρίτη φορά στον άλλο κόσμο και δεν μου άρεσε καθόλου! Χωρίς σκηνικά, απέραντη μοναξιά και μύριζε αλβανική φούντα. Κάθισα ένα τέταρτο και όπου φύγει-φύγει, πίσω στο μπουρδέλο. Σε καμιά δεκαριά μέρες επιστρέφω στις πίστες!»

Αυτήν τη φορά έπεσε έξω ο Τζιμάκος. Ο Τζιμάκος του ’80, ο Πανούσης του ’90 και του 2000, στις καρδιές μας θα μείνει σαν ένας προκλητικός, μοναχικός, βωμολόχος αισθηματίας, που μας ξεβόλευε ακόμη και με τις εμμονές του. Αντίο Τζιμάκο! Με αγάπη εύα

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *